Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

ΦΑΡΑΓΓΙ ΠΑΝΤΑ ΒΡΕΧΕΙ ΕΥΡΥΤANIAΣ








Πρόκειται για εντυπωσιακό φυσικό σχηματισμό στον οποίο καταλήγει σχετικά κακής βατότητας δρόμος. Όμως, η ομορφιά και η αγριάδα του τοπίου αποζημιώνουν τους φυσιολάτρες επισκέπτες του, που είναι αρκετοί κατά τους θερινούς μήνες.
Ο Κρικελλιώτης, το μικρό ποτάμι που πηγάζει βόρεια του χωριού Κρίκελλο, ρέει εδώ μέσα σε στενή κοιλάδα με απότομες δασωμένες πλαγιές και γκρεμνά.
Ένα τμήμα της ροής του, μεταξύ των χωριών Ροσκά και Ψιανά, διέρχεται μέσα από στενό φαράγγι με κάθετους βράχινους τοίχους, μεγάλου υψομέτρου κατά τόπους. Η νότια πλευρά του φαραγγιού είναι η απόληξη της κορυφής Πλατανάκι, ένα απότομο και δυσπρόσιτο σχετικά βουνό, με μεγάλες κλίσεις, σκοτεινές ρεματιές και πυκνά ελατοδάση, το οποίο ανήκει στο συγκρότημα του Παναιτωλικού.
Η βόρεια πλευρά είναι η απόληξη του βουνού Καλιακούδα. Σε αυτή την πλευρά ρέουν πολλά νερά προς το φαράγγι, τα οποία πέφτουν απότομα και από ύψος μέσα σε αυτό. Μέρος τους σκορπίζει στον αέρα, γίνεται ψιχάλες και δροσοσταλίδες.
Σε ένα στενό τμήμα του φαραγγιού, τα νερά του Κρικελλιώτη έχουν διαβρώσει μέσα στο γεωλογικό χρόνο τα παράπλευρα της κοίτης βράχια κι έχουν δημιουργήσει ένα είδος χαγιατιού, όπως στις ανοιχτές οροφοσπηλιές.
Πάνω από αυτό κυλούν πολλά νερά προς το φαράγγι, χτυπούν στα βράχια και στάζουν από όλο το μήκος της οροφής. Σε όλο αυτό το μήκος της κοίτης, πάντα βρέχει, παρά τη μειωμένη ροή κατά την καλοκαιρινή περίοδο.
Η ποταμοπορεία μέσα από την κοίτη είναι σχετικά εύκολη και για τους μη μυημένους και είναι σχετικά σύντομη. Η ευκολότερη πρόσβαση στην περιοχή αυτή γίνεται από το χωριό Ροσκά, στο οποίο φτάνουμε από τη Δομνίστα.
Πρόσβαση δύναται να έχουμε και από την ορεινή διάβαση της Καλιακούδας, αλλά με πιο δύσκολο δρόμο.
Το φαράγγι Πάντα Βρέχει είναι μία από τις πιο εντυπωσιακές περιοχές της Ευρυτανίας, που καταλήγει σε μία περιοχή όπου κυριολεκτικά Πάνταβρέχει.
Για να φθάσουμε στο σημείο με τους καταρράκτες περνάμε το βουνό της Καλιακούδας και φτάνουμε στο ποτάμι, όπου ξεκινάμε την πεζοπορία στις όχθες και μέσα στον Κρικελοπόταμου.
Στη διάρκεια της διαδρομής μας πολλές φορές το νερό μπορεί να φτάσει και μέχρι τη μέση μας.
Μετά από 45' περίπου φτάνουμε στο εντυπωσιακό σημείο με τους καταρράκτες όπου μπορούμε και να κολυμπήσουμε.
Για να γυρίσουμε ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο και όσοι θέλουν μπορούν να ανέβουν να απολαύσουν τη θέα στην εντυπωσιακή κρεμαστή γέφυρα.
Το Πάνταβρεχει είναι μια φοβερή τοποθεσία της Ελλάδας που σου μαγνητίζει την ψυχή και το μυαλό.
Καλό θα είναι, αν κάποιος θέλει να επισκεφτεί αυτό το πανέμορφο τοπίο με την άφθονη βλάστηση και τα τρεχούμενα νερά να το επισκεφτεί της πρωινές ώρες διότι κάποια στιγμή το απόγευμα τα νερά αρχίζουν και ανεβαίνουν σε κάποια σημεία του ποταμού, με αποτέλεσμα η κίνηση στον χώρο να είναι λίγο δύσκολη.
Θα σας φέρω ένα παράδειγμα για να καταλάβετε τι γίνετε στα νερά του Πάνταβρεχει.
Τον Αύγουστο του 2007 είχα επισκεφθεί την περιοχή για να θαυμάσω τις ομορφιές της, που δεν είναι και λίγες.
Η ώρα που κατέβηκα το ποτάμι ήταν περίπου στις πέντε, δεν αντιμετώπισα κανένα πρόβλημα μέχρι να φτάσω τους καταρράκτες.
Το πρόβλημα ήταν στην επιστροφή, σε κάποια σημεία το νερό είχε ανέβει τόσο πολύ που μου έφτανε μέχρι τους ώμους και ήταν δύσκολο αν φοράς βέβαια και ρούχα να το περάσεις.
Πιο πάνω αναφέρω για το γεφυράκι και το ότι όποιος θέλει μπορεί να το περάσει, εγώ δεν θα σας το συμβούλευα διότι τα ξύλα είναι παλιά χωρίς καμιά εμπιστοσύνη.
Όταν φθάσετε στους καταρράκτες καθίστε από κάτω τους και απολαύστε το παγωμένο νερό τους.
Σας υπενθυμίζω να φοράτε καλά παπούτσια διότι οι πέτρες και τα βράχια γλιστράνε.

Γεώργιος Λαμπής – Πάνταβρέχει Ευρυτανίας, Αύγουστος 2007.

ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ ΑΧΕΡΟΝΤΑ







Το αρχαίο Νεκρομαντείο του Αχέροντα βρίσκεται στο χωριό Μεσοπόταμος, του Νομού Πρεβέζης, στο σημείο όπου έσμιγε ο ποταμός Αχέρων με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας Λίμνης, η οποία αποτελούσε την είσοδο του κόσμου των ψυχών.
Είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, στον οποίο κατέληγαν οι επισκέπτες από το Ακρωτήρι Χειμέριο του χωριού Αμμουδιά, για να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των αγαπημένων τους προσώπων.
Ο Όμηρος στην Οδύσσεια περιγράφει αναλυτικά την περιοχή κατά την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη.
ΜΕΘΟΔΟΣ ΜΑΝΤΕΙΑΣ
Καταλυτικός για τη μαντεία ήταν ο ρόλος των ιερέων, οι οποίοι επεδίωκαν συζητήσεις με τους επισκέπτες για να γνωρίσουν τις προθέσεις τους και να δώσουν τις ανάλογες απαντήσεις, καθώς και η ιεροτεσλετία που ακολουθούνταν.
Υπέβαλαν τους επισκέπτες σε ψυχολογικές και σωματικές δοκιμασίες είτε με τη δαιδαλώδη, επιβλητική κατασκευή του μαντείου και τις σκοτεινές γεμάτες υγρασία αίθουσες είτε με δίαιτα και με τη βοήθεια κύαμων (= κουκιά) που μασούσαν ώστε να θολώνουν το μυαλό τους και να εξάπτουν τη φαντασία τους.
Για να λάβει ο επισκέπτης απάντηση από την ψυχή έπρεπε να τελέσει προσφορές και να τη βγάλει από τη λήθη δίνοντάς της να πιει αίμα.
Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ομήρου σύμφωνα με την οποία η μάνα του Οδυσσέα δεν τον αναγνώρισε παρά μόνο όταν ήπιε από το αίμα της προσφοράς.
Οι ψυχές θεωρούνταν άυλες σαν σκιές.
Τα "είδωλα" των ψυχών τα ανέβαζαν οι ιερείς με σιδερένιους μοχλούς από την υπόγεια αίθουσα. Στο τέλος οι πιστοί αποχωρούσαν από άλλη έξοδο ώστε να μην έρθουν σε επαφή με τους επόμενους επισκέπτες εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη μυστικότητα.
Η οποιαδήποτε μαρτυρία του χρησμού αποτελούσε βλασφημία και οδηγούσε ακόμα και σε θάνατο.
Μόλις ο επισκέπτης διέσχιζε την είσοδο του νεκρομαντείου βρισκόταν στην υπαίθρια αυλή.
Οι ιερείς τον υποδέχονταν και τον οδηγούσαν στα δωμάτια υποδοχής που βρισκόταν δίπλα.
Εκεί υπήρχαν και άλλα δωμάτια τα οποία ήταν βοηθητικοί χώροι ή χώροι προσωπικού.
Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι ιερείς του νεκρομαντείου ήταν να πάρουν πληροφορίες για το λόγο της επίσκεψης, την οικονομική και την κοινωνική κατάσταση του επισκέπτη και στη συνέχεια τον οδηγούσαν στο νότιο τμήμα της αυλής όπου βρισκόταν τα δωμάτια παραμονής και προδιαίτησης.
Εκεί παρέμειναν οι επισκέπτες για να προετοιμαστούν για τη δοκιμασία που θα ακολουθούσαν.
Μετά την προετοιμασία τους, ο ιερέας τους οδηγούσε μέσα από τις δύο πύλες & στα υπνοδωμάτια. Εδώ οι επισκέπτες υποβάλλονταν σε ειδική δίαιτα με κουκιά, χοιρινό λίπος και όστρακα, ουσίες που προκαλούσαν αναστάτωση στον οργανισμό τους. Όταν έκρινε ο ιερέας ότι κάποιος ήταν έτοιμος, τον οδηγούσε στον ανατολικό διάδρομο μέσα από την τρίτη πύλη.
Πριν από αυτό όμως επισκεπτόταν το λουτρό όπου έριχνε μια πέτρα δεξιά του για να εξορκίσει το κακό και έπλενε τα χέρια του στο λουτήρα (ένα πιθάρι με νερό).
Μετά το πλύσιμο των χεριών ο επισκέπτης οδηγούνταν στο τελευταίο βόρειο δωμάτιο παραμονής για άγνωστο χρονικό διάστημα όπου η δίαιτα ήταν αυστηρότερη και με τις συνεχείς προσευχές αλλά και τις διηγήσεις του ιερέα μέσα στο σκοτάδι, οι αισθήσεις άρχισαν να υπολειτουργούν οδηγώντας τον σε μια κατάσταση παραισθήσεων.
Τελικά με οδηγό τον ιερέα, ο επισκέπτης έβγαινε στον ανατολικό διάδρομο όπου θυσίαζε ένα ζώο (συνήθως πρόβατο) και κατευθύνονταν στην πύλη του νότιου διαδρόμου.
Ο νότιος διάδρομος ήταν δαιδαλώδης σαν λαβύρινθος με τρεις τοξωτές πύλες που είχαν σιδερένιες πόρτες με καρφιά ώστε να ενισχύει την αίσθηση του κάτω κόσμου. Εδώ πρόσφεραν στους θεούς άλευρα (άλφιτα) μέσα σε πήλινες λεκάνες που τις έσπαζαν επιτόπου.
Η τελευταία πύλη ήταν η είσοδος του ιερού επίσης σιδερόφρακτη και οδηγούσε στην κεντρική αίθουσα του ιερού, μία αίθουσα μεγέθους 15 Χ 4,25 μ. δεξιά και αριστερά της οποίας υπήρχαν από τρία δωμάτια τα οποία ήταν αποθηκευτικοί χώροι για δημητριακά και προσφορές των επισκεπτών.
Εδώ στην κεντρική αίθουσα γινόταν οι «χοές» δηλ. προσφορές σε υγρή μορφή, όπως γάλα, μέλι, κρασί και αίμα θυσιασμένων ζώων, που χύνονταν στο πλακόστρωτο δάπεδο για να εξευμενίσουν τους θεούς του κάτω κόσμου.
Μετά από αυτό, σ’ αυτό το χώρο εμφανιζόταν και οι «σκιές» των νεκρών και μιλούσαν στον επισκέπτη.
Στο τέλος ο επισκέπτης οδηγούνταν στην έξοδο του ανατολικού διαδρόμου για να μη συναντηθεί με τους άλλους που ακόμα προετοιμαζόταν. Δεν έπρεπε να πει σε κανέναν τι είδε και τι έζησε γιατί θεωρούνταν βλασφημία.



Γεώργιος Λαμπής – Νεκρομαντείο Αχέροντα, Αύγουστος 2008.









ΑΧΕΡΩΝ





Ο Αχέρων είναι ποταμός της περιφέρειας Ηπείρου και διασχίζει τους Νομούς Πρεβέζης Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων.
Οι πηγές του βρίσκονται στο Νομό Ιωαννίνων, στο όρος Τόμαρος, σε υψόμετρο 1600 μέτρων και κοντά στο χωριό Γλυκή.
Εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος, στο χωριό Αμμουδιά του Νομού Πρεβέζης, όπου σχηματίζει Δέλτα από το οποίο διαμορφώνονται τα δύο κύρια έλη της περιοχής, το έλος της Σπλάντζας και της Βαλανιδορράχης.
Ο Αχέροντας λόγω της παράδοσης και της περιβαλλοντικής αξίας προσελκύει πλήθος επισκεπτών από τις πηγές έως και τις εκβολές του.
Το μήκος του ανέρχεται στα 52 χιλιόμετρα ενώ από τα νερά του αρδεύονται περίπου 85000 στρέμματα., εκ των οποίων 28000 βρίσκονται στο Νομό Θεσπρωτίας και 57000 στο Νομό Πρεβέζης.
Εναλλακτικά ο Αχέροντας ήταν γνωστός και ως Μαυροπόταμος, Φαναριώτικος ή Καμαριώτικο ποτάμι.

Ποταμός Αχέροντας.

Αχέρων: Η ονομασία του ποταμού Αχέροντα προέρχεται από τη λέξη «αχός» που σημαίνει θλίψη αναφερόμενη στη θλίψη του θανάτου
Μαυροπόταμος: Η εναλλακτική ονομασία του ποταμού ως Μαυροπόταμος προέρχεται από τις λέξεις «μαύρος» και «ποταμός» και αποδίδεται στο Δία που μαύρισε τα νερά του
Φαναριώτικος: Η ονομασία του ως Φαναριώτικος προέρχεται από το φανάρι (=φάρος) που υψωνόταν στο Ακρωτήρι Χειμέριο, το οποίο βρίσκεται στις εκβολές του στην Αμμουδιά, προς καθοδήγηση των επισκεπτών στο Νεκρομαντείο.
Στην αρχαιότητα πίστευαν ότι ο Αχέροντας αποτελεί τον ποταμό εκείνο, τον διάπλου του οποίου έκανε, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία ο «ψυχοπομπός» Ερμής παραδίδοντας τις ψυχές των νεκρών στον Χάροντα για να καταλήξουν στο βασίλειο του Άδη.
Η κάθε ψυχή, περνώντας από το πορθμείο του Χάροντα, έπρεπε να δώσει από έναν οβολό για τη μεταφορά, ενώ αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του Μένιππου, τον οποίο αναφέρει ο Λουκιανός, ως τον μοναδικό που διέσχισε τον Αχέροντα χωρίς να πληρώσει.
Στο δρόμο του ο ποταμός διασταυρωνόταν με τους Πυριφλεγέθοντα και Κωκυτό, στο σημερινό χωριό Μεσοπόταμος, στο σημείο όπου βρίσκεται το αρχαίο Νεκρομαντείο του Αχέροντα, το οποίο προωθούσε την επικοινωνία με τις ψυχές. Αχέρων, Κωκυτός και Πυριφλεγέθων συναποτελούσαν τους τρεις ποταμούς του Άδη, και οι τρείς με θλιβερά ονόματα (Αχέρων = χωρίς χαρά, Πυριφλεγέθων = πύρινος, Κωκυτός = θρήνος) συμβολίζοντας την θλίψη και τους θρήνους του θανάτου και δίνοντας το συμβολισμό της πύρινης κολάσεως, όπως διατηρείται και σήμερα στην Χριστιανική θρησκεία.
Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση τα νερά του ποταμού ήταν πικρά καθώς ένα "στοιχειό" (τέρας) που ζούσε στις πηγές του δηλητηρίαζε τα νερά.
Ο Άγιος Δονάτος, πολιούχος της Μητρόπολης Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, σκότωσε το στοιχειό και τα νερά του Αχέροντα έγιναν γλυκά. Έτσι πήρε και το όνομά του το χωριό Γλυκή. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο από την αρχαία Ελληνική μυθολογία που μαρτυρά την συνέχεια αυτής στην σύγχρονη πλέον λαϊκή παράδοση είναι το εξής: Κατά την τιτανομαχία οι Τιτάνες έπιναν νερό από τον Αχέροντα για να ξεδιψάσουν γεγονός που προκάλεσε την οργή του Δία ο οποίος μαύρισε και πίκρανε τα νερά του.

Γεώργιος Λαμπής – Αχέροντας, Αύγουστος 2008.





Σάββατο 30 Μαΐου 2009

ΡΟΔΟΣ – ΚΑΣΤΕΛΟ ( ΚΑΣΤΡΟ )


Η Ρόδος κατοικήθηκε από Αχαιούς ( 15ο αι. π.Χ. ) και Δωριείς
( 11ο αι. π.Χ. ). Το 700 π.Χ. αποτέλεσε τμήμα της Δωρικής Εξάπολης.
Στη μάχη της Σαλαμίνας ( 480 π.Χ. ) πολέμησε από αναγκαιότητα στο πλευρό των Περσών.
Το 478-7 π.Χ. προσχώρησε στην Αθηναϊκή Συμμαχία.
H πόλη της Ρόδου χτίστηκε το 408 π.Χ. πάνω σε σχέδια του σπουδαίου πολεοδόμου Ιππόδαμου από τη Μίλητο. Στη διάρκεια του 5ου, 4ου και 3ου αι. αποτελεί το αδιαφιλονίκητο ναυτικό-εμπορικό κέντρο, πλουτίζει, παρουσιάζει μεγάλη πολιτιστική ακμή ( θέατρο, περίφημη σχολή ρητορικής με Έλληνες και Ρωμαίους μαθητές ), κόβει δικά της νομίσματα. Το 269 δέχτηκε την εισβολή των Γότθων. Αργότερα ( 297 ) εντάσσεται στα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Για μικρό διάστημα, στα μέσα του 7ου αι., καταλαμβάνεται από τους Σαρακηνούς.
Από τον 11ο μέχρι το 16ο αι. περνάει σταδιακά στην κυριαρχία των Γενοβέζων και των Σταυροφόρων.
Το 1306 πουλήθηκε από τους Γενοβέζους στους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη
( η κυριαρχία τους άρχισε από το 1309 ).
Έφτιαξαν πανίσχυρο στόλο, εμπορικό και πολεμικό, έχτισαν τη μεσαιωνική Ρόδο και τη στόλισαν με εκατοντάδες επιβλητικά κτίρια που τα οχύρωσαν πίσω από ένα επιβλητικό τείχος-κάστρο.
Το 1522 έγινε τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Οι Τούρκοι έμειναν στο νησί μέχρι το 1912.
Από τότε και μέχρι το 1945 η Ρόδος έζησε κάτω από την ιταλική κατοχή.
Το 1947 ενσωματώθηκε στην Ελλάδα.
Η μεσαιωνική πόλη Κάστρο. Δημιούργημα των ιπποτών, πολυσύνθετο μνημείο, μοναδικό και αντιπροσωπευτικό στο είδος του, σώζεται και διατηρείται σε καλή κατάσταση. Τα τείχη του Κάστρου, θαυμάσιο δείγμα οχυρωματικής του 14ου-15ου αι., σε πολλά σημεία διπλά ή τριπλά, με πύργους, γέφυρες και τάφρους. Έχουν εφτά εισόδους, από τις οποίες η εντυπωσιακότερη είναι η Πύλη του Ντ’ Αμπουάζ.
Το Καστέλο ( Παλάτσο ) ή Παλάτι των Ιπποτών ή Παλάτι των Μεγάλων Μαγίστρων του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, στο τέλος της οδού Ιπποτών, τεράστιο κτίριο, επιβλητικό, δεσπόζει σ’ όλη την παλιά πόλη. Χτίστηκε το 14ο αι. αλλά καταστράφηκε στο μεγαλύτερο μέρος το 1856 από έκρηξη της πυριτιδαποθήκης που είχαν εγκαταστήσει οι Τούρκοι στα υπόγειά του. Αναστηλώθηκε στα 1939 από τους Ιταλούς, που τήρησαν με απόλυτη πιστότητα τη μορφή του -βρήκαν τα σχέδιά του.
Το Καστέλο χρειάζεται πολύωρη επίσκεψη.
Έχει ογδόντα τεράστιες αίθουσες ( ξεχωρίζει η μεγάλη σάλα του συμβουλίου ), επιπλωμένες με σπάνια κομμάτια ευρωπαϊκού στιλ, 16ου και 17ου αι. Τα δάπεδα είναι στρωμένα με ρωμαϊκά και πρωτοχριστιανικά μωσαϊκά, παρμένα από την Κω. Στην πλακόστρωτη αυλή, με τις αναρίθμητες στοές, μαρμάρινα αγάλματα Ρωμαίων αυτοκρατόρων.
Η οδός των Ιπποτών, ένα θαυμάσιο μεσαιωνικό δρόμο με σημαντικά κτίρια και αρχοντικά.
Σώζονται τέσσερα από τα έξι καταλύματα των Ιπποτών ( Προβηγκίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Γαλλίας ) με τα οικόσημα των αρχηγών τους, τα τοξωτά παράθυρα, τις μεγάλες σκαλιστές πόρτες.
Φανάρια στηριγμένα σε βαριές σιδερένιες Βάσεις φωτίζουν το δρόμο το βράδυ.
Μέχρι στιγμής είναι ένα από τα πιο διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας, αξίζει κανείς να το επισκεφτεί.
Η ομορφιά του και το μεγαλείο του θα ακουμπίσει και τον πιο απαιτητικό
Επισκέπτη αρκεί να έχει χρόνο για να το γυρίσει.











Γεώργιος Λαμπής – Ρόδος, Αύγουστος 2003.




ΡΟΔΟΣ – ΚΑΣΤΡΟ ΛΙΝΔΟΥ






Ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Ρόδου, 46,5 χλμ. Α από την πρωτεύουσα, με 1.091 κατοίκους, χτισμένο πλάι στη θάλασσα και κάτω από τον επιβλητικό βράχο της ακρόπολης της σπουδαίας αρχαίας και μεσαιωνικής πόλης της Λίνδου.
Η σημερινή Λίνδος ζει, διαμορφώνεται και εξαρτάται απόλυτα από τον τουρισμό. Όλα τα σπίτια ασβεστώνονται και οι ταράτσες τους στρώνονται με την πρασινωπή «πατελιά» ( μόνωση ).
Έχουν μπαλκόνια με βαριές σιδεριές, παράθυρα κατά κανόνα βαμμένα καφετιά, αυλές και δάπεδα καλυμμένα με βότσαλα. Στο εσωτερικό στολίζονται με μεγάλη φροντίδα,τοίχοι διακοσμημένοι με κεραμικά πιάτα, ξυλόγλυπτες οροφές.
Ορισμένα σπίτια - κτίσματα του 15ου αιώνα έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία.
Τα πλοία αγκυροβολούν στον όρμο αριστερά από τον οικισμό. Στην πίσω μεριά του χωριού βρίσκεται το λιμανάκι του Αγίου Παύλου.
Εδώ αράζουν βάρκες και μικρά πλεούμενα.
Οι Λινδιακοί υποστηρίζουν πως σ’ αυτό το σημείο αποβιβάστηκε ο Απόστολος Παύλος φτάνοντας στη Ρόδο για να διδάξει το χριστιανισμό.
Αξιοθέατα αποτελούν:
Η ακρόπολη της αρχαίας Λίνδου, στην κορυφή κατακόρυφου βράχου
( 116 μ. Ύψος ) πάνω από τη θάλασσα. Στη Ν άκρη του γκρεμού υπάρχουν τα ερείπια του ναού ( 4ου αι. ) και του ιερού της Λίνδιας Αθηνάς. Στο σημείο αυτό βρέθηκαν ειδώλια του 8ου αι., πολλές βάσεις αγαλμάτων Ελληνιστικής Εποχής, με τις υπογραφές των δημιουργών τους, που αποδεικνύουν τη μεγάλη δραστηριότητα της Ροδιακής Σχολής και μικρά αντικείμενα Ρωμαϊκών Χρόνων.
Εντυπωσιακό κτίσμα είναι η Μακρά Στοά - 20 κίονες έχουν αναστηλωθεί. Κοντά βρίσκονται τα ερείπια ναού του Διόνυσου, το αρχαίο θέατρο με κερκίδες σκαμμένες στο βράχο, ο τάφος του Κλεόβουλου - ένα θολωτό ταφικό μνημείο του 100 π.Χ.
Στο χώρο της ακρόπολης και στις πλαγιές του ακρωτηρίου Κράνα, η γη είναι σπαρμένη με χαλάσματα τάφων. Αμέσως μετά την κύρια είσοδο, το μεσαιωνικό παλάτι και η παλιά βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη.
Στη συνέχεια σκάλες οδηγούν στα Προπύλαια ( 5ου αι. ).
Εκεί πάνω στην πέτρα είναι χαραγμένη μια λίνδιακή τριήρης.
Μέσα στο χωριό, η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Λίνδου, 15ου αι., με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες.
Η μικρή εκκλησία του Αγίου Παύλου, πλάι στη θάλασσα.
Τα μεσαιωνικά σπίτια της Λίνδου, χτισμένα το 15ο και 16ο αι. Σ’ ένα απ’ αυτά στεγάζεται η συλλογή του Π. Ιωαννίδη που περιλαμβάνει 71 πιάτα και πάνω από 200 αντικείμενα οικιακής χρήσης και διακόσμησης.
Το τοπίο πάνω από το κάστρο της Λίνδου είναι φανταστικό, βλέπεις όλο το χωριό στα πόδια σου και πάνω από όλα αγναντεύεις το πέλαγος μέχρι εκεί που δεν έχει τελειωμό.
Τα σπίτια της Ρόδου είναι γενικά όλα διακοσμημένα με διάφορα πιάτα,είχα πάει στο σπίτι ενός γνωστού καιστους τοίχους του σαλονιού του υπήρχαν πάνω από 100 κομμάτια.Παράξενο όμως αληθινό.


Γεώργιος Λαμπής – Ρόδος, Αύγουστος 2004

ΡΟΔΟΣ – ΙΑΛΥΣΟΣ





Τα Τριάντα, η Ιαλυσός όπως λένε οι ντόπιοι, μοιάζουν με τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το χωριό, με 10.107 κατοίκους, βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, σε περιοχή όλο περιβόλια, κτήματα, πέτρινα εξοχικά σπίτια «πύργους» εδώ παραθέριζαν παλιά οι πλούσιοι Ροδίτες- και αρκετά νεοκλασικά.
Η παραλία σ’ όλο το μήκος του όρμου, 10 χλμ., έχει μεταβληθεί σ' ένα ατέλειωτο ξενοδοχειακό τείχος που καταλήγει στην πόλη της Ρόδου.
Σ’ αυτή την περιοχή υπάρχει το 1/2 των τουριστικών συγκροτημάτων του νησιού - αλλοίωσαν τόσο πολύ την όψη του τόπου, που κυριολεκτικά τον έκαναν αγνώριστο.
Αξιοθέατα αποτελούν:
Η ακρόπολη της αρχαίας πόλης Ιαλυσού - Λίνδος, Κάμειρος, Ιαλυσός, τα σπουδαιότερα κέντρα του νησιού μέχρι τον 4ο αι. π.Χ. Βρίσκεται 8 χλμ. ΝΔ, στην επίπεδη σαν οροπέδιο κορυφή του βουνού Φιλέρημος, σε ύψος 400 μ. Το βουνό ονομάστηκε έτσι από τους ερημίτες που ζούσαν στις σπηλιές του κατά το Μεσαίωνα.
O δρόμος που οδηγεί στην ακρόπολη διπλής κατεύθυνσης περνάει μέσα από Πευκοδάσος και καταλήγει σε πλάτωμα-μπαλκόνι απ' όπου απλώνεται ολόγυρα πανόραμα στεριάς και θάλασσας, στρατηγικό σημείο από τα χρόνια των Φοινίκων μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην ακρόπολη σώζονται ερείπια ελληνιστικού ναού της Πολιάδας Αθηνάς ( 3ου αι, π.Χ. ) και του Δία, πλάι σε χαλάσματα χριστιανικών και μεσαιωνικών κτισμάτων, χαλάσματα βυζαντινού οχυρωματικού έργου, τμήματα πρωτοχριστιανικής εκκλησίας ( βασιλική 5ου αι. ), η σπουδαία εκκλησία της Παναγίας της Φιλέρημου που έχτισαν οι Ιππότες στα μέσα του 15ου αι., η δωρική κρήνη ( 4ου αι. π.Χ. ) και δρόμος του Γολγοθά, σειρά από 134 σκαλιά σε αραιά διαστήματα.
Κατά μήκος της δεξιάς πλευράς υπάρχουν πέτρινα κτίσματα που αναπαριστούν τα Πάθη του Χριστού. Η αρχαία νεκρόπολη ( 500 τάφοι Μυκηναϊκής, Αρχαϊκής και Κλασικής Εποχής ) στην περιοχή γύρω από την ακρόπολη. Η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής ( 15ου αι. ) στο Βουνό Φιλέρημος.
Μέσα στα Τριάντα, η εκκλησία της Κοίμησης της Παναγίας, με μεγάλη λιθόστρωτη αυλή. Χτίστηκε το 18ο αι. αλλά το τέμπλο της είναι παλαιότερο.
Η υπόγεια βυζαντινή εκκλησία του Άι Γιώργη του Χωστού -τοιχογραφίες 14ου και 15ου αι.- μέσα στο χωριό.
Φοβερό μέρος με ωραία θέα, ο δρόμος του γολγοθά είναι ένα αξιοσέβαστο έργο που δεν πρέπει να το χάσει κανείς, όπως και το υπόγειο εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου του Χώστου.

Γεώργιος Λαμπής – Ρόδος, Αύγουστος 2004

ΣΑΛΑΚΟΣ - Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΟΥΝΑΣ












Η σπηλιά της Μακαρούνας βρίσκεται στην άκρη του χωριού Σάλακος, δίπλα από την πηγή νύμφη από όπου υδρεύεται και εμφιαλώνει νερό η Ρόδος.
Η σπηλιά δεν νομίζω να είναι και πολύ προσβάσιμη,γιατί όπως βλέπουμε και στην φωτογραφία είναι γεμάτη από πέτρες.
Τον Αύγουστο του 2004 όταν ξεκίνησα να ανέβω τα σκαλιά για να εισχωρήσω στα βάθη της, δεν τα κατάφερα.
Έφτασα μέχρι ένα σημείο και από εκεί και πέρα σταμάτησα, ο τόπος ήταν γεμάτος από πέτρες και βράχους και δεν το διακινδύνεψα.
Γενικά ο χώρος ήταν λίγο ταρακουνημένος και αυτό που με προβλημάτισε, ήταν ότι τα εξωτερικά μέρη της σπηλιάς στηριζόντουσαν από ξύλινα υποστυλώματα και μεγάλες σωλήνες κατευθυνόντουσαν προς τα μέσα.
Το χειρότερο είναι ότι μόλις πλησίαζες την πύλη της σπηλιάς, χιλιάδες μύγες ερχόντουσαν κατά πάνω σου και δεν σε αφήνανε να πλησιάσεις.
Παράξενο φαινόμενο αλλά αληθινό.
Το κακό είναι ότι δεν βρήκα ούτε ένα ντόπιο του χωριού για να μου πει σε τι χρησίμευε αυτή η σπηλιά τα τωρινά χρόνια η τα χρόνια της αρχαιότητας.
Πάντως όποιος θέλει να επισκεφτεί αυτή την σπηλιά χρειάζεται πάρα πολύ προσοχή διότι είναι πολύ επικίνδυνη.

Γεώργιος Λαμπής – Ρόδος, Αύγουστος 2004.