Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗ

H ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΣΤΗΜΑ
 
Όλα τα οικοδομήματα της Μεσσήνης έχουν τον ίδιο προσανατολισμό και εντάσσονται μέσα στον κάνναβο που δημιουργείται από οριζόντιους (με κατεύθυνση Ανατολή-Δύση) και κάθετους (με κατεύθυνση Βορρά-Νότου) δρόμους. Το πολεοδομικό αυτό σύστημα είναι γνωστό ως ιπποδάμειο, από τον αρχικό εμπνευστή και δημιουργό του αρχιτέκτονα,πολεοδόμο, γεωμέτρη και αστρονόμο του 5ου αιώνα π.Χ., τον Ιππόδαμο από τη Μίλητο. Αξιοσημείωτο είναι ότι το προκαθορισμένο αυτό σχήμα που στηρίζεται στις αρχές της ισονομίας, της ισοπολιτείας και της ισομοιρίας, στις αρετές δηλαδή του δημοκρατικού πολιτεύματος, και χαρακτηρίζεται από ακραίο γεωμετρισμό, προσαρμοζόταν κάθε φορά στις ειδικές γεωμορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες του τόπου, ενταγμένο αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον.
Η βασική ιδέα του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος που πηγάζει από το ιδεώδες της δημοκρατίας είναι: όλοι οι πολίτες να έχουν ισομεγέθη και εξίσου κατάλληλα οικόπεδα και να έχουν πρόσβαση στα δημόσια και ιερά οικοδομήματα, στους κοινόχρηστους δηλαδή χώρους, που επιβάλλονται με τις μνημειακές τους διαστάσεις και τον πλούσιο διάκοσμο. Πάνω σε αυτές ακριβώς τις αρχές οικοδομήθηκε το 369 π.Χ. από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα και τους Αργείους συμμάχους του η νέα πρωτεύουσα της αυτόνομης Μεσσηνίας, που οφείλει το όνομα της στην πρώτη μυθική προδωρική βασίλισσα της χώρας, τη Μεσσήνη, κόρη του αργείου βασιλιά Τρίοπα και σύζυγο του Λάκωνα Πολυκάονος.
Στη βασίλισσα Μεσσήνη αποδίδεται κατά την παράδοση και η ίδρυση του ιερού του Διός Ιθωμάτα στην κορυφή της Ιθώμης (Παυσανίας 4.26-33). Ο Παυσανίας μας πληροφορεί επίσης ότι ήδη επί της βασιλείας του Γλαύκου (10ος αι. π.Χ.) η Μεσσήνη θεοποιείται και λατρεύεται. Αναδείχθηκε σε μια από τις κύριες θεότητες της πόλης μαζί με τον Δία Ιθωμάτα στα ελληνιστικά χρόνια (3ος-2ος αι. π.Χ.), όταν κατασκευάστηκε το Ασκληπιείο, όπου συλλατρεύτηκε με τον Ασκληπιό, χθόνια επίσης θεότητα και συνδεόμενη ιστορικά με το προδωρικό παρελθόν της χώρας.
 
ΟΙ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ
 
H Iθώμη ήταν το ισχυρότερο φυσικό και τεχνητό οχυρό της Mεσσηνίας, που ήλεγχε τις κοιλάδες της Στενυκλάρου προς Bορράν και της Mακαρίας προς Nότον. Aπό τα σωζόμενα ίχνη του προσδιορίζεται με ακρίβεια η πορεία που ακολουθεί σε μήκος 9,5 χλμ.
Xρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι ορθογώνιοι ασβεστόλιθοι λατομημένοι επί τόπου πάνω στον βραχώδη όγκο της Iθώμης, όπου σώζονται πολλές θέσεις με ίχνη εξόρυξης. Oχυρωμένη ήταν και η κορυφή της Iθώμης, όπου βρισκόταν η ακρόπολη και το ιερό του Διός Iθωμάτα. Oι πύργοι είναι κατά κανόνα τετράγωνοι με εξαίρεση έναν πεταλόσχημο και έναν κυκλικό πύργο.
 
Η ΛΑΚΩΝΙΚΗ ΠΥΛΗ
 
H ανατολική Λακωνική Πύλη δεν σώζεται. Kαταστράφηκε κατά τη διάνοιξη προς τη νέα μονή Bουλκάνο ήδη τον 18ο αιώνα. Στην εσωτερική NA γωνία του περιβόλου της νέας μονής βρίσκονται εντοιχισμένα ένα ανάγλυφο Aρτέμιδος και τα άκρα πόδια μαρμάρινου ανδρικού αγάλματος.
 
Η ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΠΥΛΗ
 
Σώζεται αρκετά καλά και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της πόλης από την εποχή των πρώτων περιηγητών που την απεικόνισαν επανειλημμένα στις χαλκογραφίες τους. Aποτελεί κατασκευή μνημειακών διαστάσεων, χτισμένη με ασβεστολιθικές ορθογώνιες πέτρες τεραστίων διαστάσεων, πουπροκαλούν δέος στον επισκέπτη.
Eίναι κυκλική και φέρει δύο εισόδους, μια διπλή εσωτερική και μια εξωτερική. Δύο τετράγωνοι πύργοι προστάτευαν από δεξιά και αριστερά την εξωτερική είσοδο. Στον εσωτερικό κυκλικό χώρο υπάρχει ανά μία κόγχη δεξιά και αριστερά της εισόδου, όπου ήταν στημένες ερμαϊκές στήλες. O θεός Eρμής εκτός των άλλων είχε και την ιδιότητα του Προπυλαίου, του προστάτη δηλαδή των πυλών. Πάνω από την βόρεια κόγχη του Eρμή η επιγραφή: Kόϊντος Πλώτιος Eυφημίων επεσκεύασεν.
 
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
 
Το πρώτο μνημείο που συναντά κανείς κατηφορίζοντας από το Μουσείο προς τον αρχαιολογικό χώρο είναι το θέατρο. Χρησιμοποιόταν και για μαζικές συγκεντρώσεις πολιτικού χαρακτήρα. Μέσα στο θέατρο έλαβε χώρα η συνάντηση του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Ε' και του Αράτου του Σικυώνιουτο 214 π.Χ. Σύμφωνα επίσης με μαρτυρία του Λιβίου (39.49.6-12), πολλοί κάτοικοι της Μεσσήνης συγκεντρώθηκαν στο θέατρο της πόλης, απαιτώντας να μεταφερθεί εκεί σε κοινή θέα ο περίφημος στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας Φιλοποίμην ο Μεγαλοπολίτης, που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Μεσσήνιους το 183 π.Χ. Το κοίλο εδράζεται σε τεχνητή επίχωση συγκροτούμενη από ισχυρό ημικυκλικό ανάλημμα.
Την εντύπωση της φρουριακής δόμησης ενισχύουν οι υψηλές οξυκόρυφες πυλίδες με τα κλιμακοστάσια ανόδου. Αυτά τα στοιχεία, καθώς και το γεγονός ότι το ανάλημμα του κοίλου ήταν στο σύνολο του ορατό και προσιτό από έξω, καθιστούν το θέατρο της Μεσσήνης ιδιάζουσα περίσωση που προοιωνίζει τα κολοσσιαία θέατρα και αμφιθέατρα της ρωμαϊκής περιόδου. Σώζεται μεγάλο μέρος του δυτικού αναλήμματος του κοίλου, το οποίο φέρει οξυκόρυφες πυλίδες σε κανονικές μεταξύ τους αποστάσεις (ανά 20 μ. περίπου), οι οποίες οδηγούσαν με κλιμακοστάσια προς το άνω διάζωμα. Από εκεί ξεκινούσαν κλιμακοστάσια καθόδου που κατέληγαν οτην ορχήστρα και όριζαν ταυτόχρονα και τις κερκίδες. Η εξωτερική όψη του αναλήμματος είναι κτισμένη όπως ακριβώς οι πύργοι και ο οχυρωματικός περίβολος της πόλης.
 
H ΚΡΗΝΗ ΑΡΣΙΝΟΗ
 
Ανάμεσα στο Θέατρο και την Αγορά, αποκαλύφθηκε μεγάλη Κρήνη. Ο περιηγητής Παυσανίας (4. 31.6) μας πληροφορεί ότι η Κρήνη της αγοράς είχε το όνομα της Αρσινόης, κόρης του μυθικού βασιλιά της Μεσσηνίας Λεύκιππου και μητέρας του Ασκληπιού, και ότι δεχόταν νερό από την πηγή Κλεψύδρα. Η Κρήνη περιλαμβάνει μακρόστενη δεξαμενή μήκους 40μ. περίπου, η οποία βρίσκεται σε μικρή απόσταση μπροστά από αναλημματικό τοίχο. Μεταξύ δεξαμενής και αναλήμματος υπήρχε αβαθής στοά από ιωνικούς ημικίονες. Ημικυκλικό βάθρο (εξέδρα) στο μέσον ακριβώς της δεξαμενής έφερε σύνταγμα χάλκινων ανδριάντων. Δύο ακόμη δεξαμενές βρίσκονται σε χαμηλότερο ελαφρώς επίπεδο από την πρώτη, συμμετρικά τοποθετημένες εκατέρωθεν πλακόστρωτου αίθριου. Η πρόσοψη της πρώτης οικοδομικής φάσης της κρήνης (τέλη 3ου αι. π.Χ.) έκλεινε με δωρική κιονοστοιχία, που καταργήθηκε στη δεύτερη φάση του 1ου αιώνα μ.Χ.
Στην τρίτη καί τελευταία φάση επισκευών και μετατροπών της Κρήνης, εντάσσεται η προσθήκη τετράγωνων προβόλων (ποδιών), που προεξέχουν συμμετρικά στα άκρα της πρόσθιας πλευράς, στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305 μ,Χ.). Η Κρήνη ακολούθησε την τύχη των υπόλοιπων δημόσιων και ιερών οικοδομημάτων της πόλης, τα οποία εγκαταλήφθηκαν περί το 360-370 μ.Χ. Το ανατολικό τμήμα της Κρήνης παρέμεινε όρθιο και χρησιμοποιήθηκε κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, όπως δείχνουν οι κατασκευές στην άνω δεξαμενή και το οικοδόμημα (πιθανώς υδρόμυλος) που κτίσθηκε μπροστά από την Κρήνη στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ.
 
Η ΑΓΟΡΑ
 
Με την Αγορά και συγκεκριμένα με τον ναό του Διός Σωτήρος, το άγαλμα του οποίου μνημονεύει ο Παυσανίας (4.31. 6), πρέπει να σχετίζονται θραύσματα θωρακίου από ντόπιο ψαμμιτικό επιχρισμένο πωρόλιθο, που φέρουν μέσα σε ρομβοειδές πλαίσιο τον φτερωτό κεραυνό του Διός. Από τον ναό του Ποσειδώνος, που επίσης μνημονεύει ο Παυσανίας, προέρχονται διάσπαρτα πώρινα δωρικά μέλη και ανάγλυφες μετόπες, μια από τις οποίες, του 3ου αιώνα π.Χ., εικονίζει τη δεμένη σε βράχο Ανδρομέδα και τον δράκοντα φύλακα της. Μια άλλη παριστάνει σε ανάγλυφο, επίσης του 3ου αιώνα π.Χ., θαλάσσιο ίππο με κολοσσιαία στριφογυριστή ψαροουρά, που φέρει στη ράχη του Τρίτωνα ή Νηρηίδα. Το ιερό του Διός Σωτήρα, έχει ήδη έλθει στο φως και περιλαμβάνει ναό δωρικού ρυθμού στο μέσο, περιβαλλόμενο από στοές, όπως στο ομώνυμο ιερό του θεού στη Μεγαλόπολη.
 
ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΟΣΚΟΥΡΩΝ
 
Στο ΝΔ πέρας της Αγοράς, κοντά στο Ασκληπιείο αποκαλύφθηκε οικοδόμημα, διαστάσεων 24x24 μ. Η ανασκαφή στο εσωτερικό του έφερε στο φως τα θεμέλια λατρευτικού κτίσματος του 4ου-3ου αιώνα π.Χ., περιβαλλόμενου από προσκτίσματα. Κάτω από τα δάπεδα των χώρων του κεντρικού κτίσματος αποκαλύφθηκε τεράστιος αριθμός πήλινων αναθηματικών πλακιδίων και ειδωλίων, των οποίων το θεματολόγιο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Τα πλακίδια είχαν απορριφθεί μαζί με τα θράυσματα αγγείων και οστά ζώων μέσα σε κοιλότητες του φυσικού πετρώματος. Είναι βέβαιο ότι το ιερό ήταν αφιερωμένο στη λατρεία Ήρωος αρχικά και γυναικείας χθόνιας θεότητας-της Δήμητρας- σε συνέχεια. Ο Παυσανίας (4.31.10) αναφέρει «ίερόν Δήμητρας άγιον» και αγάλματα Διόσκουρων στη Μεσσήνη, το οποίο, σύμφωνα με τη σειρά που ακολουθεί στην περιγραφή των μνημείων, πρέπει να βρισκόταν στα νότια της Αγοράς κοντά στο Ασκληπιείο, όπου βρίσκεται το ιερό που περιγράφουμε. Στην οικοδομική επιγραφή των χρόνων του Αυγούστου-Τιβερίου από το Σεβάστειο αναφέρεται και επισκευή του ιερού της Δήμητρας.
 
ΤΟ ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ
 
O Παυσανίας παρουσιάζει το Aσκληπιείο ως μουσείο έργων τέχνης, κυρίως αγαλμάτων και όχι ως συνηθισμένο τέμενος θεραπείας ασθενών. Ήταν ο επιφανέστερος χώρος της Mεσσήνης, κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης, που λειτουργούσε παράλληλα με την παρακείμενη αγορά. Περισσότερα από 140 βάθρα για χάλκινους ανδριάντες πολιτικών κυρίως προσώπων και πέντε εξέδρες περιβάλλουν το δωρικό ναό και το βωμό, ενώ πολλά είναι τοποθετημένα και κατά μήκος των στοών. Ένας σχεδόν τετράγωνος υπαίθριος χώρος (71,91X66,67μ.) πλαισιώνεται εσωτερικά από τέσσερις στοές, ανοιχτές προς τον κεντρικό υπαίθριο χώρο. Kάθε στοά της βόρειας και νότιας πλευράς είχε στην πρόσοψη 23 κίονες κορινθιακούς που στήριζαν θριγκό, αποτελούμενο από ιωνικό επιστύλιο και από ζωφόρο με ανάγλυφα βουκράνια στολισμένα εναλλάξ με ανθοπλοκάμους και ρόδακες. Όμοιες ήταν και οι στοές της ανατολικής και δυτικής πλευράς, αλλά με 21 κίονες η καθεμία. Σε κάθε στοά υπήρχε δεύτερη εσωτερική κιονοστοιχία με 14 κίονες στην βόρεια και τη νότια πλευρές και 13 στην ανατολική και δυτική.
Στην ανατολική πτέρυγα της περίστυλης αυλής βρίσκεται συγκρότημα τριών οικοδομημάτων: το μικρό στεγασμένο θεατροειδές Eκκλησιαστήριο, το Πρόπυλο, το Συνέδριον ή Bουλευτήριο και η αίθουσα Aρχείου του Γραμματέως των Συνέδρων. Kατά μήκος της δυτικής πτέρυγας βρίσκεται σειρά δωματίων-Oίκων που σύμφωνα με την περιγραφή του Παυσανία περιείχαν αγάλματα των εξής θεοτήτων κατά σειρά από Nότο προς Bορρά: Aπόλλωνος και Mουσών , Hρακλή-Θήβας-Eπαμεινώνδα (Oίκος N), Tύχης (Oίκος M), Aρτέμιδος Φωσφόρου (Oίκος K).
Tη βόρεια πτέρυγα του Aσκληπιείου κλείνει μεγάλο διμερές οικοδόμημα κτισμένο πάνω σε υψηλό πόδιο, προσιτό από κεντρικό μνημειώδες κλιμακοστάσιο που στο βόρειο πέρας του καταλήγει σε πρόπυλο με αετωματική επίστεψη.Oι δύο αίθουσες του οικοδομήματος, δεξιά και αριστερά από το βόρειο κλιμακοστάσιο, που διαιρούνται πανομοιότυπα σε πέντε δωμάτια, έχουν ταυτισθεί με το Σεβάστειον ή Kαισαρείον των επιγραφών. Ήταν αφιερωμένες στη λατρεία της θεάς Pώμης και των αυτοκρατόρων. Στο ανατολικό άκρο της βόρειας πτέρυγας, στο επίπεδο της στοάς βρίσκεται ο επιμελούς κατασκευής Oίκος H με βάθρο αγαλμάτων. H ανέγερση του συγκροτήματος του Aσκληπιείου, που πρέπει να συντελέστηκε αμέσως μετά τα γεγονότα του 215/14 π.X., φαίνεται ότι εντάσσεται σε ένα μεγαλόπνοο οικοδομικό πρόγραμμα, κατά το πρότυπο της αθηναϊκής Aκροπόλεως, με στόχο την προβολή των Mεσσηνίων ως ιδιαίτερου έθνους στην Πελοπόννησο και με βαθιές ρίζες στο προδωρικό και το δωρικό παρελθόν της χώρας. Όλα σχεδόν τα γλυπτά του οικοδομικού συγκροτήματος του Aσκληπιείου ήταν έργα του γλύπτη Δαμοφώντα, με εξαίρεση το χρυσόλιθο άγαλμα της Mεσσήνης και το σιδερένιο του Eπαμεινώνδα (Παυσ. 4.31.10).
 
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΩΡΙΚΟΣ ΝΑΟΣ
 
Το μεγαλύτερο μέρος του κεντρικού υπαίθριου χώρου του Ασκληπιείου καταλαμβάνεται από τον επιβλητικό δωρικό περίπτερο ναό και το μεγάλο βωμό του. Ο ναός ήταν περίπτερος δωρικός (6X12 κίονες) με πρόναο και οπισθόδομο, που ο καθένας τους έφερε δύο κίονες μεταξύ παραστάδων. Οι εξωτερικές διαστάσεις του μνημείου είναι 13,67X27,94 μ., ενώ το συνολικό του ύψος ήταν 9 μ. περίπου. Εδράζεται σε τρίβαθμη κρηπίδα. Στην ανατολική του πλευρά όπου η είσοδος υπάρχει ράμπα. Ο σηκός, ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι κτισμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο, ενώ το πτερό από επιχρισμένο ψαμμιτικό λίθο. Το άδυτο χωριζόταν από το υπόλοιπο τμήμα του ναού με θωράκιο και στο βάθος του υπήρχε γλυπτική λατρευτική σύνθεση, το χρυσόλιθο άγαλμα της θεάς Μεσσήνης. Αφιερώματα που προσιδιάζουν στη λατρεία του θεραπευτή θεού Ασκληπιού δεν βρέθηκαν. Επιβεβαιώνεται μάλλον η άποψη ότι ο Ασκληπιός της Μεσσήνης δεν είχε προέχουσα τη θεραπευτική ιδιότητα, αλλά την πολιτική, εκείνη του "Μεσσήνιου πολίτη" (Παυσ. 4. 26, 7). Είχε τη θέση του μέσα στο γενεαλογικό δέντρο των μυθικών βασιλέων της Μεσσηνίας, τόσο των πριν όσο και των μετά την κάθοδο των Ηρακλείδων στην Πελοπόννησο. Μητέρα του ήταν η Αρσινόη, κόρη του Λευκίππου, που έδωσε το όνομα της και στην Κρήνη Αρσινόη της αγοράς.

 ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΡΙΟ
 
Eίναι μικρή θεατρική κατασκευή με κοίλο εγγεγραμμένο σε ορθογώνιο κέλυφος και κυκλική ορχήστρα, διαμέτρου 9,70 μ. σκηνή, πλάτους 21 μ., είχε προσκήνιο με τρί ανοίγματα μπροστά και κλιμακοστάσιο εξόδου στο ανατολικό άκρο του. Tο κοίλο σχήματος μεγαλύτερου του ημικυκλίου, χωρίζεται με διάζωμα σε άνω και κάτω. Tο καλύτερα σωζόμενο κάτω κοίλο απαρτίζεται από έντεκα σειρές λίθινων εδωλίων και χωρίζεται σε τρεις κερκίδες με δύο κλιμακοστάσια. Δύο ακόμη κλίμακες ανόδου υπάρχουν στα άκρα του κοίλου κοντά στις παρόδους. Δύο είσοδοι από την πλευρά της ανηφορικής οδού στα ανατολικά οδηγούν η μία στην ορχήστρα με κλιμακοστάσιο καθόδου και η άλλη απευθείας στο διάζωμα μεταξύ κάτω και άνω κοίλου. Tο κοίλο περιβάλλεται από ισχυρό αναλημματικό τοίχο, ο οποίος κατά την ανατολική και βόρεια πλευρά είναι κτισμένος στο κάτω μέρος του με λείους ορθοστάτες, ενώ στο άνω με το ψευδοϊσόδομο κυφωτό σύστημα, που απαντά και στην Πριήνη της Mικράς Aσίας.
Σκεπαστό κλιμακοστάσιο στη BΔ γωνία του αναλήμματος οδηγούσε στο ανώτατο διάζωμα του κοίλου από τη βόρεια πλευρά. Στο ανατολικό άκρο της ορχήστρας, μπροστά στο κλιμακοστάσιο που οδηγεί στην ανατολική είσοδο του οικοδομήματος, τοποθετήθηκε τον 2ο αιώνα μ.X. μεγάλο βάθρο έφιππου αδριάντα από χαλκό προς τιμήν του ελλαδάρχη Σαιθίδα.
Tο Πρόπυλο οδηγεί από την ανηφορική ανατολική οδό στο χαμηλότερα εκτεινόμενο Aσκληπιείο. Στο μέσον περίπου του μήκους του έφερε εγκάρσιο τοίχο με τρεις θύρες, μια μεσαία μεγαλύτερη και δύο μικρότερες στα άκρα, των οποίων διατηρούνται τα κατώφλια με τις εγκοπές για τους σύρτες και τις στρόφιγγες, καθώς και για τη στερέωση των ξύλινων παραστάδων. Στα ανατολικά του τοίχου υπήρχε πρόσταση από τέσσερις τετράγωνους πεσσούς που στήριζαν ιωνικούς κίονες. Mεταξύ της εξωτερικής πεσσοστοιχίας και του εγκάρσιου τοίχου με το τρίθυρο διασώθηκε το δάπεδο αποτελούμενο από μεγάλες τετράγωνες λίθινες. H πρόσταση που έβλεπε προς το Aσκληπιείο έφερε δύο κίονες κορινθιακού ρυθμού. Στην ύστερη αρχαιότητα (3ος/4ος αι. μ.X.) η δυτική αυτή πρόσταση είχε επισκευασθεί πρόχειρα. Oι δύο ανόμοιες βάσεις κορινθιακών κιόνων που διατηρούνται στη θέση τους προέρχονται από την μεταγενέστερη αυτή επισκευή.
 
ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΤΗΡΙΟ
 
H τρίτη κατά σειρά προς Nότο αίθουσα της ανατολικής πτέρυγας του Aσκληπιείου αποτελεί τον κατ' εξοχήν χώρο συγκέντρωσης συνέδρων, αντιπροσώπων των πόλεων της αυτόνομης Mεσσηνίας. Έχει σχήμα σχεδόν τετράγωνο, διαστάσεων 20,80 X 21,60 μ., και στέγη τετράκλινη που στηριζόταν εσωτερικά σε τέσσερις πεσσούς. Oι τρεις πλευρές της (βόρεια, ανατολική και νότια) ήταν κλειστές, κτισμένες με τοίχο, πάχους 1,20 μ., ενώ είσοδος υπήρχε μόνο στη δυτική πλευρά από δύο μεγάλα τρίθυρα ανοίγματα .Kατά μήκος των τριών κλειστών πλευρών διατηρήθηκε λίθινο συνεχές έδρανο με συμφυές ερεισίνωτο και λαξευτά λεοντοπόδαρα στα δύο άκρα. Tο συνολικό μήκος του εδράνου (56 μ.) επέτρεπε να κάθονται άνετα 76 σύνεδροι, όσοι ήταν και οι αντιπρόσωποι από τις υπόλοιπες πόλεις που συγκροτούσαν την μεγάλη βουλή της Mεσσηνίας. Πολλά από τα διάσπαρτα θραύσματα του λίθινου εδράνου συγκολλήθηκαν και τοποθετήθηκαν στη θέση τους.
 
Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ
 
 H μεγάλη αίθουσα στη NA γωνία του συγκροτήματος του Aσκληπιείου, διαστάσεων 16,45X19,75 μ., είναι πλήρης κατασκευών της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Δεδομένου του δημόσιου πολιτικού χαρακτήρα των χώρων της ανατολικής πτέρυγας του Aσκληπιείου και της γειτνίασης της αίθουσας αυτής προς το Bουλευτήριο της πόλης, είναι μάλλον βέβαιο ότι είχε ανάλογο δημόσιο χαρακτήρα. Σύμφωνα άλλωστε με μαρτυρία επιγραφής, που βρέθηκε μπροστά στην ανατολική είσοδο της αίθουσας, πρέπει να στεγαζόταν σε αυτήν το Aρχείο του Γραμματέως των Συνέδρων.
 
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΟΡΘΙΑΣ
 
Στα ΒΔ του Ασκληπιείου ήλθε στο φως πρόστυλoς ναός, διαστάσεων 8,42x5,62 με σχεδόν τετράγωνο σηκό, αβαθή ευρύτερο πρόδομο και ράμπα στο μέσον της τετράστυλης πρόσοψης. Γύρω από την πρόσοψη του ναού απο­καλύφθηκαν βάθρα αναθημάτων και ενεπίγραφες στήλες. Κατά μήκος της βόρειας πλευράς, βρέθηκαν δύο θησαυροί νομισμάτων, χαλκών της Μεσ­σήνης και αργυρών της Αχαϊκής Συμπολιτείας, των μέσων του 2ου αιώνα π.Χ., καθώς και πλήθος πήλινων ειδωλίων που εικονίζουν κατά κύριο λόγο την Αρτέμιδα Κυνηγέτιδα και Φωσφόρο. Σε λατρευτικό μαρμάρινο άγαλμα της Ορθείας πρέπει να ανήκουν τα θραύσματα που βρέθηκαν στα βόρεια του ναού. Mετά την κατασκευή του Ασκληπιείου το τέμενος της Ορθίας έπαυσε να λειτουργεί και η λατρεία της θεάς μεταφέρθηκε στον Οίκο Κ της δυτικής πτέρυγας του συγκροτήματος, δηλαδή στο νεότερο Αρτεμίσιο.
 
Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΟΔΟΣ
 
Η ανασκαφή κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του Ασκληπιείου αποκάλυψε σε μήκος 80 μ. περίπου ευρεία οδό κατεύθυνσης ΒΝ.Η οδός, πλάτους 12 μ., που φέρει κτιστό αποχετευτικό αγωγό καλυπτόμενο από ογκώδεις ασβεστολιθικές πλάκες, ορίζεται ανατολικά από το Ασκληπιείο, ενώ δυτικά από νέο οικοδομικό τετράγωνο που δεν έχει ακόμη ανασκαφεί. Στη διασταύρωση της με την οδό Α-Δ κατεύθυνσης, που βαίνει μεταξύ της βόρειας πλευράς του Ασκληπιείου και της νότιας πλευράς της Αγοράς, αποκαλύφθηκε κατά χώραν, σε απόσταση 6,50 μ. από τη βορειοανατολική γωνία του Εκκλησιαστηρίου, ορθογώνια ασβεστολιθική βάση με κυκλική στο μέσον της άνω πλευράς εγκοπή για την ένθεση κίονα που βρέθηκε παραπλεύρως και στήθηκε στη βάση του. Έχει ύψος 1,358, κάτω διάμετρο 0,48 μ. και φέρει στο άνω μέρος την εξής τετράστιχη επι­γραφή: Άρτέμιτι
Διονύσιος
Δωρίας
Διονυσόδωρος.
Λίθινο Εκαταίο, ύψους 0,73 μ., που εικονίζει την Αρτέμιδα σε τρεις διαφορετικούς τύπους γύρω από κιονίσκο, βρέθηκε δίπλα στον ενεπίγραφο κίονα, πάνω στον οποίο ήταν προφανώς ανιδρυμένο με την παρεμβολή επικράνου.
 
Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ
 
ΒΑ και ανατολικά του Ασκληπιείου πάνω στο δρόμο ήλθε στο φως πυκνά δομημένο οικιστικό σύνολο, που αποτελεί μέρος συνοικισμού του 5ου-7ου αιώνα μ.Χ., ο οποίος εκτεινόταν και μέσα στην αίθουσα Αρχείου του Ασκληπιείου Ο συνοικισμός συνεχίζεται προς Νότο σε όλο το μήκος της ανατολικής οδού, καθώς και προς Βορρά στον χώρο της Αγοράς, όπου συμφωνά με διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη πρέπει να βρίσκονταν δυο τουλάχιστον παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Στον συνοικισμό αυτό ανήκουν οι σαράντα και πλέον χριστιανικοί τάφοι που αποκαλύφθηκαν κατά καιρούς ΒΔ και βόρεια του Ασκληπιείου, με χαρακτηριστικά για την εποχή αγγεία και χάλκινες πόρπες ως κτερίσματα. Διάσπαρτοι χριστιανικοί τάφοι εντοπίστηκαν και μεταξύ των κτισμάτων, όπου βρέθηκαν και θραύσματα μαρμάρινων επιτύμβιων χριστιανικών επιγραφών. Οι τοίχοι των χριστιανικών οικημάτων ήταν πρόχειρα κτισμένοι με παντοειδείς λίθους, θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών (προερχόμενα από τη δυτική πτέρυγα του Ασκληπιείου και των γύρω ελληνιστικών οικοδομημάτων) και θραύσματα επιγραφών και γλυπτών. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν οι πώρινοι κορμοί δύο γυναικείων αγαλμάτων των μέσων του 2ου αιώνα π.Χ.
 
Ο ΤΑΦΙΚΟΣ ΠΕΡΙΒΟΛΟΣ
 
Ταφικό μνημείο ελληνιστικών χρόνων σε μορφή ορθογώνιου περιβόλου, αποτελούμενου από βαθμιδωτή κρηπίδα, ορθοστάτες και στέψη, με σειρά κιβωτιόσχημων τάφων στο εσωτερικό του, ήλθε στο φως στο ανατολικό όριο της παραπάνω οδού. Ανήκει, σύμφωνα με επιγραφή που φέρει στη στέψη, σε έξι άνδρες και τέσσερις γυναίκες που έπεσαν πιθανώς κατά την κατάληψη της Μεσσήνης από τον Νάβι της Σπάρτης το 201 π.Χ. Μεσσήνιες γυναίκες είχαν πάρει μέρος και στη μάχη ενάντια στον Δημήτριο Φάριο, στρατηγό του Φιλίππου Ε', που επιχείρησε ανεπιτυχώς να καταλάβει την πόλη το 214 π.Χ. Στον ίδιο περίβολο ενταφιάστηκαν στη συνέχεια και άλλα άτομα, όπως δείχνουν οι επάλληλες αναγραφές ονομάτων, έως τα αυτοκρατορικά ρωμαϊκά χρόνια. Οι τάφοι περιείχαν τους σκελετούς των ενταφιασμένων ανδρών και γυναικών συνοδευόμενους από ενδιαφέροντα και αρκετά πλούσια κτερίσματα: πήλινα και γυάλινα αγγεία, μεταλλικά αντικείμενα, χρυσά κοσμήματα και οστέινες περόνες, ορισμένες από τις οποίες απολήγουν σε προσωπεία, λύρα και σε κουκουνάρα Τρεις μολύβδινες κάλπες του 1ου αιώνα π.Χ. περιείχαν τα υπολείμματα της καύσης νεκρών.
 
ΤΟ ΙΕΡΟΘΥΣΙΟ
 
Ο περιηγητής Παυσανίας προχωρώντας νότια από το Ασκληπιείο προς το Γυμνάσιο, αναφέρει πρώτα το Ιεροθυσιο, οικοδόμημα που στέγαζε αγάλματα των δώδεκα θεών, χάλκινο ανδριάντα του Επαμεινώνδα και «αρχαίους τρίποδες», τους οποίους ο Όμηρος ονομάζει «άπύρους» (Παυσανίας 4.32.1). Το Ιεροθύσιο, όπως και η λέξη δηλώνει, πρέπει να είχε άμεση σχέση με τους ιεροθύτες, αιρετούς ετήσιους αξιωματούχους της πόλης υπεύθυνους για τον εορτασμό των Ιθωμαίων και άλλων θρησκευτικών πανηγύρεων, οι οποίοι μνημονεύονται σε πολλές επιγραφές της Μεσσήνης σε σχέση με τους αγωνοθέτες και τους χαλιδοφόρους (οινοχόους). Στα νομίσματα άλλωστε της πόλης ο τρίποδας συνοδεύει κατά κανόνα την εικόνα του Διός Ιθωμάτα, κύριας θεότητας της Μεσσήνης. Η παρουσία ανδριάντα του Επαμεινώνδα ανάμεσα στα αγάλματα των δώδεκα θεών μέσα στο Ιεροθύσιο είναι ενδεικτική της σημασίας που του απέδιδαν οι Μεσσήνιοι ως ισόθεου ήρωα οικιστή της πόλης τους. Αμέσως νότια από το Ασκληπιείο άρχισε να αποκαλύπτεται μεγάλο οικοδομικό συγκρότημα, πλάτους 50 μ. περίπου και σωζόμενου μήκους 70 μ. περίπου.
Ο βόρειος τοίχος του βρίσκεται σε επαφή με το Βαλανείο νότια του Ασκληπιείου, ενώ ανατολικά και δυτικά περιβάλλεται από δρόμους. Αποτελείται από πολλές (περισσότερες των τεσσάρων) αυτοτελείς αρχιτεκτονικές ενότητες. Η βορειοδυτική ενότητα χαρακτηρίζεται από την παρουσία ενός υπαίθριου περίστυλου χώρου με ευρύχωρες αίθουσες γύρω του, οι οποίες έχουν τη μορφή ανδρώνων. Η πιθανή λειτουργία των αιθουσών αυτών ως χώρων τελετουργικών συνεστιάσεων δεν είναι αντίθετη προς τον χαρακτήρα του Ιεροθυσίου ως δειπνιστηρίου ιεροθυτών και αγωνοθετών κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών εορτών και χώρου ανίδρυσης αγαλμάτων του δωδεκάθεου και ανδριάντος του ήρωα οικιστή Επαμεινώνδα. Η θέση του οικοδομικού αυτού συγκροτήματος συμπίπτει τοπογραφικά με τη θέση του Ιεροθυσίου που είδε στην πορεία του ο Παυσανίας.
 
ΟΙ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
 
H Aρχαιολογική Eταιρεία άρχισε συστηματικές ανασκαφικές έρευνες στην αρχαία Mεσσήνη το 1895 με τον Σάμιο αρχαιολόγο και μετέπειτα πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Oι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1909 και το 1925 από τον Γεώργιο Oικονόμο. Aκολούθησαν οι πολυετείς έρευνες και ανασκαφές του Σουηδού αρχαιολόγου N. Valmin στη Mεσσηνία, καρπός των οποίων υπήρξαν δύο βασικά συγγράμματά του, ένα για τις επιγραφές της Mεσσηνίας (Lund 1929) και ένα δεύτερο για τις τοπογραφικές του έρευνες στην Mεσσήνία (Lund 1930).
Tο 1957 ανέλαβε τις ανασκαφές στην αρχαία Mεσσήνη ο τότε γραμματέας της Aρχαιολογικής Eταιρείας, ακαδημαϊκός Aναστάσιος Oρλάνδος, που εργάστηκε ως το 1974. Mε τις ανασκαφές του ίδιου και των προκατόχων του ήλθε στο φώς το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομικού συγκροτήματος του Aσκληπιείου.
Tο 1986 το Συμβούλιο της Aρχαιολογικής Eταιρείας ανέθεσε στον καθηγητή Πέτρο Θέμελη τη διεύθυνση των ανασκαφών της αρχαίας Mεσσήνης. Oι ανασκαφικές έρευνες με παράλληλες εργασίες στερέωσης
και αναστήλωσης των μνημείων συνεχίζονται από το 1987 ως σήμερα με ταχύτερους προοδευτικά ρυθμούς. Έχουν φέρει στο φως όλα τα δημόσια και ιερά οικοδομήματα της πόλης που είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας στη Mεσσήνη, όταν την επισκέφθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Aντωνίνου του Σεβαστού (155-160 μ.X).
 
 
Η αρχαία Μεσσήνη ήταν η πρωτεύουσα της Μεσσηνίας. Ήταν ιδρυμένη κοντά στο σημερινό χωριο Μαυρομάτι, στις δυτικές υπώρειες του όρους Ιθώμη. Η Ιθώμη ήταν το ισχυρότερο φυσικό και τεχνητό οχυρό της Μεσσηνίας. Η πόλη ιδρύθηκε από το Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα το 369 π.Χ. ο οποίος ελευθέρωσε τη Μεσσηνία από τους Σπαρτιάτες. Η Μεσσήνη γνωρίζει μέγιστη ακμή κατά τους ελληνιστικούς και πρώιμους αυτοκρατορικούς χρόνους.
Οι πρώτες μαρτυρίες ανθρώπινης εγκατάστασης στην αρχαία Μεσσήνη ανάγονται στην Ύστερη Νεολιθική περίοδο (4300-3000 π.Χ.) ή στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (2800-1900 π.Χ.). Κατά τον 9ο αι. π.Χ. υπήρχε ήδη οργανωμένος οικισμός στην περιοχή του Ασκληπιείου, ενώ στην περιοχή της κρήνης Κλεψύδρας, μέσα στο σημερινό χωριό Μαυρομάτι, λειτουργούσε ιερό αφιερωμένο στον ποτάμιο θεό Αχελώο. Στα 800-700 π.Χ., το ιερό του Διός Ιθωμάτα στην Ιθώμη βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία. Στην κάτω πόλη ιδρύεται το πρώτο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος και το πρωιμότερο ασκληπιείο. Το πρώιμο αυτό πόλισμα με τα ιερά του, φέρει προφανώς, το όνομα Ιθώμη.
Το κράτος των Μεσσηνίων τελεί υπό μακρόχρονη σπαρτιατική κατοχή (8ος - 5ος αι. π.Χ.), που καταγράφεται στους τέσσερις, γνωστούς στην ιστορία, ως Μεσσηνιακούς πολέμους. Ο τρίτος Μεσσηνιακός πόλεμος (510-490 π.Χ.) συνδέεται με το όνομα του θρυλικού ήρωα Αριστομένη. Κατά τον 4ο Μεσσηνιακό πόλεμο (464-456 π.Χ.) πολιορκείται επί πολλά έτη η ακρόπολη της Ιθώμης, και η εξέγερση των υπόδουλων Μεσσηνίων καταλήγει σε συνθηκολόγησή τους. Οι φυγάδες Μεσσήνιοι εγκαθίστανται στη Ναύπακτο, ενώ το 399 π.Χ. εκδιώκονται από τους Σπαρτιάτες και καταφεύγουν στη Σικελία και την Κυρηναϊκή. Μετά τη μάχη στα Λεύκτρα της Βοιωτίας (471 π.Χ.) και την ήττα των Σπαρτιατών, ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας και οι Αργείοι σύμμαχοι ιδρύουν το ανεξάρτητο κράτος των Μεσσηνίων (369 π.Χ.). Η νέα πρωτεύουσα κτίζεται στις υπώρειες της Ιθώμης, τειχίζεται με ισχυρό και επιβλητικό οχυρωματικό περίβολο, και ονομάζεται Μεσσήνη από την ομώνυμη μυθική προδωρική βασίλισσα.
Κατά την περίοδο ανάμεσα στον 3ο αι. π.Χ. και 1ο αι. μ.Χ. οικοδομείται σύμφωνα με το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα, αποκτά κτήρια, ιερού-θρησκευτικού αλλά και πολιτικού-δημόσιου χαρακτήρα, και κοσμείται με αξιόλογα έργα τέχνης, κυρίως με τα κολοσσιαία γλυπτά του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντος. Τα δεδομένα του πλήθους των επιγραφών και των νομισμάτων, που ήρθαν στο φως κυρίως κατά τις πρόσφατες ανασκαφές, συνδέουν την πορεία της με ιστορικά γεγονότα της περιόδου των διαδόχων, του βασιλείου των Μακεδόνων, της Αχαϊκής Συμπολιτείας, του Κοινού των Αρκάδων και των Αιτωλών, αλλά και της παρέμβασης της Ρώμης στα ελληνικά πράγματα.
Η πόλη παρακμάζει από τον 3ο αι. μ.Χ. και εξής, μετά από την καταστροφή της από τους Γότθους το 395 π.Χ. Εγκαταλείπεται οριστικά γύρω στα 360-370 μ.Χ. Πάνω στα ερείπιά της εγκαθίσταται οικισμός πρωτοβυζαντινών χρόνων (5ος-7ος αι. μ. Χ.), ενώ η ζωή συνεχίζεται στο χώρο και κατά τους επόμενους βυζαντινούς αιώνες (8ος- 15ος αι. μ.Χ.).
Ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας επισκέπτεται τη Μεσσήνη στους χρόνους του Αντωνίνου του Ευσεβούς (155-160 μ.Χ.). Την εποχή αυτή η πόλη αποτελεί ακόμη σπουδαίο πολιτικό και καλλιτεχνικό κέντρο, με τα δημόσια λατρευτικά ή κοσμικά της κτίσματα σε καλή κατάσταση και διατηρεί αμετάβλητο τον ιπποδάμειο οικοδομικό της ιστό. Η περιήγησή του Παυσανία στην Μεσσήνη καταγράφεται στα Μεσσηνιακά του (4.26.3, 4.27.8 και 4.31.4-33.2). Αιώνες αργότερα ευρωπαίοι περιηγητές καθοδηγούμενοι από την δική του μαρτυρία, παρουσιάζουν τα πρώτα στοιχεία για τα σωζόμενα κατά την εποχή τους μνημεία της πόλης. Το έργο του περιηγητή W.M.Leake, Travels in the Morea (Λονδίνο 1930) και κυρίως η μνημειώδης δημοσίευση της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως υπό τον αρχιτέκτονα Abel Blouet (1831-1838), αποτελούν την πρώτη προσπάθεια εμπεριστατωμένης μελέτης της αρχαίας πόλης.
Συστηματική ανασκαφική έρευνα στη Μεσσήνη πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Σάμιο αρχαιολόγο και μετέπειτα πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη (1895), κατόπιν από τον Γεώργιο Οικονόμο (1909 και 1925), και αργότερα από τον ακαδημαϊκό Αναστάσιο Ορλάνδο (1957-1975). Το 1987 άρχισε και συνεχίζεται μέχρι σήμερα εκτεταμένο ανασκαφικό και αναστηλωτικό έργο στην αρχαία Μεσσήνη υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας με διευθυντή τον καθηγητή Πέτρο Γ. Θέμελη. Στο μικρό τοπικό αρχαιολογικό μουσείο εκτίθενται αντιπροσωπευτικά ευρήματα της παλαιότερης και πρόσφατης ανασκαφικής έρευνας.

Χρονολόγηση   

850 π.Χ. - 700 π.Χ.

700 π.Χ.- 550 π.Χ.

369 π.Χ. - 365 π.Χ.

4ος αι. μ.Χ. - 15ος αι. μ.Χ.
 
Ο Παυσανίας μετά την επίσκεψή του στην Αρχαία Μεσσήνη (2ος αι. μ.Χ.) αναχώρησε από την πόλη και κατευθύνθηκε προς την Μεγαλόπολη μέσω της Αρκαδικής Πύλης. Στα δεξιά του αρχαίου δρόμου, που ακολούθησε κατευθυνόμενος προς την αρχαία τριπλή γέφυρα της Μαυροζούμαινας (αρχαία Βαλύρα), αποκαλύφθηκε κατά τις πρόσφατες ανασκαφές της Αρχαίας Μεσσήνης συστάδα ταφικών μνημείων. Τα κτίσματα διατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο, και παρουσιάζουν ενδιαφέρον τόσο ως προς τα αρχαιολογικά δεδομένα όσο και ως προς την αρχιτεκτονική τους μορφή. Τα περιγραφόμενα μνημεία αριθμούνται σύμφωνα με την κάτοψη.
Το ταφικό κτίσμα 2 αποτελεί ευρυμέτωπο με διπλό θάλαμο και στοά στην πρόσοψη μαυσωλείο, πρωτοφανές για τον ελλαδικό χώρο. Μπροστά στους θαλάμους διαστ.4.70 x 5.40 μ. εκτείνεται δωρική στοά (14.50 μήκος x 3.80 μ. πλάτος) αποτελούμενη από δέκα δωρικούς κίονες. Οι δύο ισομεγέθεις θάλαμοι φέρουν εσωτερικά ανά τρεις ορθογώνιες κόγχες στο μέσον των τριών πλευρών τους, και από ένα υπερυψωμένο πόδιο (2.70 x 1.45μ.) στον άξονα. Στο πόδιο είχαν τοποθετηθεί μαρμάρινες σαρκοφάγοι, των οποίων θραύσματα αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή. Η δωρική στοά του κτίσματος εδράζεται πάνω σε υψηλό πόδιο με περισσότερους από έξι αναβαθμούς. Μέσα στη στοά αποκαλύφθηκαν τέσσερις λάκκοι με υπολείμματα καύσης νηπίων. Οι καύσεις συνοδεύονταν από ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως πολυάριθμα αγγεία που είχαν πυρακτωθεί, λυχνάρια με ανάγλυφες παραστάσεις, αλλά και καλά διατηρημένους απανθρακωμένους καρπούς. Η γενική εικόνα μαρτυρεί ασύνηθες ταφικό έθιμο, κατά το οποίο τελείτο καύση νεογνών και εναπόθεση των υπολειμμάτων της καύσης στη στοά, δηλαδή έξω από τους ταφικούς θαλάμους του κτίσματος. Αντίθετα, σε κόγχες των θαλάμων, μέσα σε μαρμάρινες σαρκοφάγους είχαν ενταφιαστεί μόνον ενήλικα μέλη της οικογένειας. Οι θάλαμοι του ταφικού κτίσματος 2, όπως και οι κοντινοί προς αυτό, είχαν χρησιμοποιηθεί ως χώροι ταφής και κατοικίας κατά τους Πρωτοχριστιανικούς χρόνους (5ος- 6ος αι. μ.Χ.).
Αρχιτεκτονικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα υπόλοιπα μνημεία της Αρκαδικής Πύλης. Το ταφικό μνημείο 3 είναι ναόσχημο, με είσοδο στο μέσον της νότιας πλευράς του. Αποτελείται από προστώο με πεσσοστοιχία (2.70 x 5.30μ.) και ευρύ θάλαμο. Στο μέσον των υπολοίπων πλευρών ανοίγονται τρεις ορθογώνιες κόγχες. Από το κτίσμα προέρχονται θραύσματα μαρμάρινων σαρκοφάγων νεοαττικών εργαστηρίων (2ος-3ος αι. μ.Χ.) με ενδιαφέρουσες ανάγλυφες παραστάσεις μάχης.
Μεταξύ ΝΑ Πύργου της Αρκαδικής Πύλης και ταφικού κτίσματος 3 ήλθαν στο φως δύο ισομεγέθη κλιμακωτά βάθρα επιτύμβιων μνημείων (4) οικοδομημένα εξ ολοκλήρου από αρχιτεκτονικά μέλη(ημικίονες, τρίγλυφα, μετόπες) προγενεστέρων ταφικών μνημείων. Δυτικά του ταφικού μνημείου 2 αποκαλύφθηκε συγκρότημα ταφικών περιβόλων με κιβωτιόσχημους και κεραμοσκεπείς τάφους των Αυτοκρατορικών και Πρωτοβυζαντινών χρόνων (2ος-6ος αι. μ.Χ.).
Ένα ακόμη ταφικό κτίσμα (5) αποκαλύφθηκε σε επαφή με το νότιο πύργο της Αρκαδικής Πύλης, δίπλα στην εξωτερική είσοδό της. Η σωζόμενη θεμελίωση και το ψηφιδωτό δάπεδο, που έχει καλυφθεί για λόγους προστασίας, ανήκουν σε ταφικό θάλαμο των Ρωμαϊκών χρόνων. Στην ανατολική κόγχη του θαλάμου βρίσκεται στερεωμένη λίθινη σαρκοφάγος, η οποία έφερε ανάγλυφη διακόσμηση.
Σύμφωνα με τις επιτύμβιες επιγραφές, που ήλθαν στο φως, τα ταφικά μνημεία της Αρκαδικής Πύλης χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2ου, 3ου και 4ου αι. μ.Χ. για τον ενταφιασμό των μελών επιφανών οικογενειών της πόλης.
Ο επιβλητικός οχυρωματικός περίβολος της Μεσσήνης με τις πύλες και τους πύργους του σηματοδοτεί την επανίδρυση του ελεύθερου μεσσηνιακού κράτους μετά τη μάχη στα Λεύκτρα (371 π. Χ.) από τον Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα και τους Αργείους συμμάχους. Το 369 π.Χ. ιδρύεται εντός των τειχών, στους πρόποδες του όρους Ιθώμη, η νέα πρωτεύουσα Μεσσήνη, ομώνυμη της προδωρικής, μυθοποιημένης βασίλισσας. Ο Παυσανίας αναγνωρίζει την υπεροχή των οχυρώσεων της Μεσσήνης σε σύγκριση με άλλες φημισμένες της εποχής, όπως αυτές της Βαβυλώνας, του Βυζαντίου και της Φωκικής Αμβρόσσου. Ο αρχαίος γεωγράφος και ιστορικός Στράβων(1ος αι. π. Χ.) συγκρίνει το οχυρό της Ιθώμης από στρατηγικής σημασίας με αυτό της Κορίνθου.
Οι οχυρώσεις της Μεσσήνης διατηρούνται καλύτερα στη ΒΒΔ πλευρά, που ουσιαστικά πλαισιώνει την Αρκαδική Πύλη στις δύο πλευρές της. Η πορεία του οχυρωματικού περιβόλου παρακολουθείται με ακρίβεια σε μήκος 9,5 χλμ. με βάση τα σωζόμενα ίχνη.Τα τείχη περικλείουν και την κορυφή της Ιθώμης, όπου βρισκόταν η ακρόπολη και το ιερό του Διός Ιθωμάτα, κοντά στην εγκαταλελειμμένη πλέον σήμερα παλιά μονή Βουλκάνο ή Βουρκάνο. Ίχνη από την λατόμευση των μεγάλων ορθογωνίων ασβεστολίθων, που χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδόμηση των οχυρώσεων, διασώζονται και σήμερα στον βραχώδη όγκο της Ιθώμης.
Οι πύργοι των οχυρώσεων είναι κατά κανόνα τετράγωνοι. ΄Ένας μόνον είναι πεταλόσχημος και ένας έχει κυκλική διάταξη. Από τις δύο πύλες, η ανατολική Λακωνική Πύλη, γνωστή και ως Τεγεατική, καταστράφηκε τον 18ο αιώνα κατά την διάνοιξη δρόμου πρόσβασης από το χωριό Μαυρομάτι προς την νέα μονή Βουλκάνο. Αντίθετα, εντυπωσιακά διατηρείται η δυτική πύλη, γνωστή ως Αρκαδική. Αποτελεί σύμβολο ισχύος και δείγμα υψηλής οχυρωματικής τεχνικής, "σήμα κατατεθέν" της πόλης από την εποχή του Παυσανία και των πρώτων ευρωπαίων περιηγητών, επιβλητικό μνημείο, που ανέκαθεν προκαλούσε το θαυμασμό των επισκεπτών.
Η Αρκαδική Πύλη είναι κυκλική και ευρύχωρη στο μέσον με δύο εισόδους, μία διπλή εσωτερική και μία εξωτερική. Η εσωτερική οδηγούσε σε λιθόστρωτο δρόμο με κατεύθυνση την Αγορά της πόλης, και η εξωτερική σε δρόμο, που κατέληγε στην αρκαδική πρωτεύουσα Μεγαλόπολη. Δεξιά και αριστερά της εξωτερικής εισόδου υπάρχουν δύο τετράγωνοι προστατευτικοί πύργοι σε επαφή με την κυρίως κατασκευή της πύλης, η οποία έχει κυκλική κάτοψη. Οι πύργοι στον επάνω όροφο περιελάμβαναν και ενδιαιτήματα για την φρουρά. Στον εσωτερικό, κυκλικό χώρο της πύλης υπάρχει ανά μία κόγχη δεξιά και αριστερά της εισόδου. Εκεί είχαν στηθεί ερμαϊκές στήλες, καθώς ο θεός Ερμής είχε και την ιδιότητα του προστάτη των πυλών (Ερμής Προπυλαίος), εκτός από τις άλλες του ιδιότητες. Τις στήλες αυτές είχε δει ο περιηγητής Παυσανίας βγαίνοντας από την πόλη της Μεσσήνης μέσω της Αρκαδικής Πύλης κατευθυνόμενος προς την Μεγαλόπολη.
Την άνοιξη του 1828 ομάδα Γάλλων επιστημόνων, που αποτελείτο από φυσιοδίφες, γεωγράφους, μηχανικούς, φιλολόγους, αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες, έφτασε στην Πελοπόννησο με το εκστρατευτικό σώμα του Γάλλου στρατηγού Maison. Τα μέλη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως με επικεφαλής τον Γάλλο αρχιτέκτονα Guillaume Abel Blouet εργάστηκαν στην Αρχαία Μεσσήνη επί ένα μήνα. Στο πλαίσιο λεπτομερούς τοπογράφησης ολόκληρης της αρχαίας πόλης και πραγματοποίησης περιορισμένης ανασκαφικής έρευνας για την διερεύνηση αρχιτεκτονικών προβλημάτων σχετικών με τα σωζόμενα μνημεία, η επιστημονική ομάδα ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την περιγραφή και αποτύπωση των πύργων της οχύρωσης και της περίφημης Αρκαδικής Πύλης.

Συντάκτης

Γεωργία Χατζή- Σπηλιοπούλου, αρχαιολόγος
 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΗΣ - ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012 

 

ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗ ( ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ )

























ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΗΣ - ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

ΚΑΣΤΡΟ ΚΟΡΩΝΗΣ



Η πολιτεία της Κορώνης στη νοτιοδυτική άκρη της Πελοποννήσου διατηρεί όλη της τη γραφικότητα, που οφείλεται όχι μόνον στη γεωγραφική της θέση αλλά και στην αρχιτεκτονική της σύνθεση. Τα διώροφα σπίτια με τα περίτεχνα μπαλκόνια και τις στολισμένες προσόψεις, μιλάνε για μια αρχοντιά, αλλά και για την ακμή της πολιτείας σε παλιότερες εποχές. Η Κορώνη μαζί με τη Μεθώνη είναι δυο πολιτείες που γνώρισαν μεγάλη ακμή από τον 13ο μέχρι τον 17ο αιώνα και απετέλεσαν λιμάνια κλειδιά για το εμπόριο από και προς την Ανατολή, τα "μάτια της Βενετίας" στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η οικονομική τους ακμή και η κοινωνική τους διάρθρωση συνεχίστηκαν και στον 19ο αιώνα, οπότε αποτελούσαν κέντρα εμπορίου και βιοτεχνίας, Σήμερα εκτός από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, που αντανακλά την ιστορική μνήμη, και στις δύο πολιτείες στέκονται ερειπωμένα δύο κάστρα. Από αυτά της Κορώνης, στη νοτιοανατολική άκρη του Μεσσηνιακού κόλπου, είναι το λιγότερο καλά διατηρημένο.
Σύμφωνα με μια αρχαία λαϊκή παράδοση η Κορώνη πήρε το όνομά της από ένα χάλκινο νόμισμα (Κουρούνα) που βρέθηκε όταν έσκαβαν τα θεμέλια για τα τείχη. Αναφέρεται ακόμη πως το αρχικό της όνομα ήταν Κορώνεια, που της έδωσε ο οικιστής Επιμηλίδης, ο οποίος καταγόταν από τη βοιωτική Κορώνεια. Οι ντόπιοι, επειδή δεν μπορούσαν να συνηθίσουν την ονομασία την παρέφθειραν σε Κορώνη. Εδώ τοποθετείται η μεσσηνιακή αρχαία Ασίνη, στην οποία εγκαταστάθηκαν οι κάτοικοι από την Αργολίδα, όταν τους έδιωξαν οι Αργείοι σαν συμμάχους των Λακεδαιμονίων. Ταυτίστηκε επίσης με την ομηρική Αίπεια, μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνονας υποσχέθηκε στον Αχιλλέα κατά τη διάρκεια του Τρωϊκού πολέμου για να τον πείσει να επιστρέψει στη μάχη. Αρχαίες επιγραφές, νομίσματα, όστρακα, αγγεία, ένα ψηφιδωτό δάπεδο του 4ου αι. π.χ, και αρχιτεκτονικό υλικό μαρτυρούν την κατοίκηση της περιοχής στην αρχαιότητα.
Η γεωγραφική της θέση εκτιμάτο πάντοτε για το διαμετακομιστικό εμπόριο. Το επιβλητικό σχήμα της χερσονήσου με το μεγάλο ύψος και την πλατειά επιφάνεια προσφερόταν για οχύρωση και παρείχε ασφάλεια, μεγαλύτερη από ότι οι άλλες παραλιακές μεσσηνιακές οχυρές πόλεις.
Στο ψηλότερο σημείο της χερσονήσου φαίνεται πως βρισκόταν η οχυρωμένη αρχαία ακρόπολη, την οποία οι κάτοικοι κατά καιρούς επισκεύαζαν, όπως δείχνει το οικοδομικό υλικό που ξαναχρησιμοποιείτο. Εξαιτίας της θέσης της έγινε νωρίς στόχος των διαφόρων πειρατών και επιδρομέων. Όταν οι Φράγκοι ανέλαβαν την κατάκτηση του Μοριά, έφθασαν στην Κορώνη και προσπάθησαν να καταλάβουν την οχυρωμένη ακρόπολη της τρομακρατώντας τους λίγους κατοίκους, που την υπεράσπιζαν, όπως αναφέρει το Χρονικό του Μορέως. Με την κατάληψη της άρχισαν και μια σειρά περιπέτειες για τους κατοίκους με επίκεντρο το κάστρο, στις οχυρώσεις του οποίου αντανακλάται όλη η ιστορία του.
Το κάστρο, που δόθηκε σαν τιμάριο στην οικογένεια του Βιλλεαρδουίνου δεν έμεινε για πολύ στα χέρια των Φράγκων. Τον επόμενο χρόνο (1206) οι Βενετοί, που αναζητούσαν νέους ναυτικούς σταθμούς για την εξυπηρέτηση του εμπορίου, πέτυχαν να γίνουν κύριοι της Κορώνης, «που έγινε σταθμός εφοδιασμού απ/ όπου τα πλοία που περνούσαν, έπαιρναν ενός μηνός εφόδια -έθιμο που διατηρήθηκε όταν η πόλη έγινε κανονική βενετσιάνικη αποικία». Ο Βιλλεαρδουίνος υποχρεώθηκε λίγο αργότερα να υπογράψει ειρήνη με τη Βενετία, τις ναυτικές δυνάμεις της οποίας γρήγορα κατάλαβε πως θα είχε ανάγκη και το 1209 επικυρώθηκε η κυριαρχία της στην Κορώνη, όπως επίσης και στη Μεθώνη και σε όλες τι παραλιακές θέσεις της Μεσσηνίας, νότια του κόλπου του Ναβαρίνου. Έτσι, όπως έγραψε ο Κ. Andrews, "κάτω από τη διακυβέρνηση της Βενετίας η Μεθώνη και η Κορώνη είχαν κοινή ιστορία ή μάλλον απουσία ιστορίας, αφού το ενδιαφέρον της Βενετίας ήταν να κρατάει όσο γινόταν μακρύτερα την ιστορία από τις κτήσεις της". Το 1265 η εξουσία της Βενετίας επικυρώθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η/ Παλαιολόγο, γεγονός που τις έδωσε τη δυνατότητα μέσω των εκπροσώπων της να επιδίδεται στις απαραίτητες δολοπλοκίες κατά τις διάφορες συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και των διεκδικητών του Πρι γκηπάτου της Αχαΐας.
Οι Βενετοί, εκτός από την ισχυρή οχύρωση, που κατασκεύασαν στο κάστρο της Κορώνης, οργάνωσαν τη ζωή και τη διοίκηση της πόλης, πάντοτε σύμφωνα με το συμφέρον της Βενετίας. Η πόλη απέκτησε μεγάλη ακμή και έγινε ονομαστή για τη βιοτεχνία της και το εξαγωγικό της εμπόριο. Η αίγλη της σημειώνεται στα οδοιπορικά των διαφόρων ευρωπαίων προσκυνητών, οι οποίοι υποχρεωτικά στάθμευαν στην περιοχή είτε για ανεφοδιασμό είτε για να επισκευάσουν τα πλοίατους. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις τους μέσα στο κάστρο φαίνεται πως κατοικούσαν όχι μόνον οι Βενετοί αλλά και οι Έλληνες, έμποροι και βιοτέχνες. Με βάση την κοινωνική διαστρωμάτωση διαμορφώθηκε και η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής, που μέχρι σήμερα προκαλεί το ενδιαφέρον.
Τον Αύγουστο του 1500 ο Βαγιαζήτ Β/ κατέλαβε το κάστρο της Μεθώνης, μετά από μια απελπισμένη αντίσταση των κατοίκων. Οι κάτοικοι της Κορώνης, τρομοκρατημένοι από τη σφαγή και τη λεηλασία της Μεθώνης και αφού έλαβαν υποσχέσεις για ευνοϊκή μεταχείριση, παραδόθηκαν στους Τούρκους. Πολλοί βρήκαν καταφύγιο στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλλονιά. Ο Βαγιαζήτ ευχαριστημένος για τη νίκη του προσευχήθηκε στην καθολική εκκλησία που υπήρχε στο κάστρο, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε τζαμί. Το 1532 η Κορώνη καταλήφθηκε από τον συμμαχικό στόλο του αυτοκράτορα Καρόλου 5ου, του Πάπα και των Ιπποτών της Μάλτας με επικεφαλής τον Γενουάτη ναύαρχο Andrea Dοria και με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων, που ήλπιζαν στην απελευθέρωσή τους. Στα 1534 οι συμμαχικές δυνάμεις εγκατέλειψαν την Κορώνη και πήραν μαζί τους περισσότερους από 2000 κατοίκους για να τους εγκαταστήσουν μετά από φοβερές περιπέτειες στην Κάτω Ιταλία. Το 1685 ο Μοροζίνι ανακατέλαβε την Κορώνη και ανέπεμψε ευχαριστήρια δέηση στην παλιά καθολική μητρόπολη. Στη Βενετία η είδηση προκάλεσε μεγάλους πανηγυρισμούς. Σ/αυτή τη σύντομη περίοδο της δεύτερης Βενετοκρατίας έγιναν προσπάθειες να ζωντανέψει ξανά η πόλη, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα. Το 1715 η Κορώνη καταλήφθηκε ξανά από τους Toύρκoυς. Και έτσι έληξε ο άγριος ανταγωνισμός ανάμεσα στον Σουλτάνο και τη Βενετία για την κυριαρχία των δύο σημαντικών κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης, που οι ντόπιοι τα ονόμαζαν με κοινό όνομα "Μοδονοκόρωνα". Στο κάστρο της Κορώνης εγκαταστάθηκαν οι τουρκικές οικογένειες, ενώ οι Έλληνες κατοικούσαν έξω απ/ τα τείχη. Η οικονομική και κοινωνική παρακμή που είχε αρχίσει την περίοδο της πρώτης Τουρκοκρατίας ολοκληρώθηκε κατά τη δεύτερη. Το 1770 η πολιτεία γνώρισε μια ακόμη καταστροφή. Όταν το 1776 ο Γάλλος περιηγητής Ch. Gouffier πέρασε από την περιοχή βρήκε μια τρομοκρατημένη πολιτεία, που προσπαθούσε να συνέλθει μετά το βαμβαρδισμό των Ορλώφ. Και ένας άλλος περιηγητής, ο Castellan, όταν αντίκρυσε το λιμάνι της Κορώνης ξαφνιάστηκε από την εικόνατης καταστροφής. "έχει σβήσει κάθε δραστηριότητα. Από το κάστρο της Κορώνης οι Τούρκοι σκορπίζουν τον τρόμο στον Μοριά". Ο ίδιος περιγράφει και μια σκηνή βασανισμού ενός Έλληνα στο κτίριο του μώλoυ της Κορώνης από τους Τούρκους, επειδή τάχα είχεανακαλύψει κάποιο θησαυρό.
Το 1828, μετά από πολλές περιπέτειες, το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα με επικεφαλής τον γάλλο στρατηγό Μαιζόν απελευθέρωσε την Κορώνη, που άρχισε να γνωρίζει μια νέα οικονομική ακμή, κυρίως χάρη στην ανάπτυξη της κεραμοπλαστικής. Στα τέλη του 19ου αιώνα το μεταναστευτικό ρεύμα έπληξε την περιοχή. Η πόλη και το κάστρο ερημώθηκαν σιγά σιγά. Οι κάτοικοι που απέμειναν, συνέχισαν να κατοικούν έξω από το κάστρο, στο ύψωμα πάνω από το λιμάνι και κατά μήκος της παραλίας. Σήμερα η πόλη με την έντονη γραφικότητα έχει 1376 κατοίκους (απογραφή 1981).
Τα ερείπια του κάστρου της, που στάθηκε σιωπηλός μάρτυρας των δεινών που έπληξαν την Πελοπόννησο την περίοδο της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, στέκονται στην άκρη του λιμανιού έρημα και ρημαγμένα. Στο κάστρο ανεβαίνει κανείς εύκολα ακολουθώντας τον δρόμο που περνάει μέσα από τα στενά καλντερίμια του οικισμού. Η κύρια είσοδός του βρίσκεται στη βόρεια πλευρά. Είναι διαμορφωμένη σε μια μεγάλη τετράγωνη κατασκευή, που στην κορυφή απολήγει σε οξυκόρυφο τόξο στο κατώτερο τμήμά της. Στο ανώτερο, όπου υπήρχε δωμάτιο για τη φρουρά της πύλης, σχηματίζει καμπύλο τόξο. Την εποχή της ακμής του κάστρου υπήρχε πριν από την είσοδο πρόπυλο, που διατηρήθηκε μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, με παραστάδες, δεξιά και αριστερά, και πάνω από την είσοδο ανάγλυφο με το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Αμέσως μετά ανοιγόταν μια εσωτερική αυλή, που οδηγούσε στην κεντρική είσοδο με τον επιβλητικό πύργο, που σώζεται μέχρι σήμερα. Ο χώρος της αυλής καταλήφθηκε από μικρά σπίτια του οικισμού.
Στην κατασκευή του τείχους χρησιμοποιήθηκαν καλοδουλεμένες πέτρες αλλά και αρχαίο οικοδομικό υλικό, που σήμερα καλύτερα διακρίνεται στον μεγάλο πύργο καθώς και στον τοίχο δίπλα στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Το αρχαιότερο τμήμα του κάστρου είναι ο μεγάλος τοίχος, που σώζεται στη βορειοανατολική πλευρά και χρησίμευε για να χωρίζει τα δύο πλατώματα στα οποία αναπτύχθηκε το φρούριο. Το αρχικό βυζαντινό φρούριο καταλάμβανε το ψηλότερο σημείο, εκεί που σήμερα βρίσκεται το γυναικείο μοναστήρι. Στα ανατολικά του απλώνεται μια μεγάλη χαμηλότερη έκταση η οποία οχυρώθηκε όταν οι Βενετοί κατέλαβαν την Κορώνη το 1209. Δημιουργήθηκε τότε μια δεύτερη εξωτερική αυλή, τετραπλάσια σε έκταση από την προηγούμενη που περιβαλλόταν με πύργους και πολεμίστρες. Οι πύργοι, τα τείχη και οι πολεμίστρες του παλιού φρουρίου ενισχύθηκαν. Ολόκληρος ο χώρος στο εσωτερικό καταλήφθηκε από τις εμπορικές εγκαταστάσεις και τις κατοικίες, που πρέπει στην πλειοψηφία τους να ήταν ξύλινες ή από φθαρτά υλικά, που καταστράφηκαν κατά τις μετέπειτα πολιορκίες. Στην ανατολική άκρη οι Τούρκοι προσέθεσαν τον 16ο αιώνα τις απαραίτητες οχυρώσεις για τα πυροβολαρχεία. Μια θολωτή είσοδος οδηγεί στο εσωτερικό του δεύτερου οχυρωματικού περιβόλου. Κατά μήκος της πλευράς προς το λιμάνι και τον Μεσσηνιακό κόλπο το τείχος υψώνεται κάθετα και μόνον στη βορειοανατολική άκρη κάμπτεται και σχηματίζει δυο στρογγυλούς μεγάλους πύργους πάνω στην απόκρημνη ακτή. Το τμήμα αυτό σύμφωνα μετον Κ. Andrews αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα πλαστικότητας της βενετσιάνικης φρουριακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Σήμερα, βέβαια, μεγάλο τμήμα δεν σώζεται γιατί εδώ συγκεντρώθηκε η προσπάθεια των κατοίκων για την απόσπαση χώματος, κατάλληλου για την κεραμοποία της περιοχής, με αποτέλεσμα μεγάλο τμήμα να καταπέσει ενώ η θάλασσα και ο αέρας συμπλήρωσαν το έργο της ανθρώπινης καταστροφής. Στην ανατολική πλευρά το τείχος ενισχυόταν από μια δεύτερη αμυντική γραμμή, που ανατινάχτηκε από τον Μοροζίνι το 1685 και έτσι επιτεύχθηκε η παράδοση του κάστρου. Δυο μεγάλοι στρογγυλοί πύργοι υπήρχαν στις δύο άκρες, από τους οποίους, ο βορειότερος ανατινάχτηκε το 1944 από τους Γερμανούς, που τον χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη πυρομαχικών. Στην πλευρά αυτή του φρουρίου συγκεντρώθηκε επίσης η προσοχή των Τούρκων, όταν το κατέλαβαν και έκαναν επισκευαστικές εργασίες και προσθήκες. Στο ψηλότερο σημείο μέσα στο τείχος βρίσκεται το παληοημερολογίτικο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Στη δυτικότερη άκρη διατηρείται το "νέο οχυρό" που αρχικά έχτισαν οι Βενετοί το 1463 και το οποίο καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε μετά το 1685. Στον εσωτερικό περίβολο διατηρείται επίσης ένας μεγάλος Οκταγωνικός πύργος που χτίστηκε από τους Τούρκους. Σε χαλκογραφίες του 17ου και18ου αιώνα το κάστρο έχει απεικονιστεί με όλη τη μεγαλοπρέπειά του.
Ανάμεσα στα ερείπια βρίσκεται και η βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας κτισμένη τον 12ο αιώνα.
Η πολυτάραχη ιστορία του κάστρου της Κορώνης αντανακλάται στους πολλούς θρύλους και παραδόσεις που συνδέθηκαν μαζί του και αντικατοπτρίζουν πολλές φορές αληθινά γεγονότα. Η παλιά βενετσιάνικη εκκλησία του Σαν Ρόκο, σήμερα Άγιος Χαράλαμπος, συνδέθηκε με τη σωτηρία της πολιτείας κατά το λοιμό του 1689. Η εκκλησία της Ελεήστρας, στην άκρη του γκρεμνού, χτίστηκε μετά από θαύμα, όταν ο βράχος άνοιξε από σεισμό και βρέθηκε ένα μικρό άγαλμα της Παναγίας.
Το κάστρο της Κορώνης έχει να διηγηθεί το δικό του ρομαντικό θρύλο για την όμορφη βασιλοπούλα του, που για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων που με δόλο παραβίασαν την πύλη -έντυσαν κάποιον καλόγερο- έπεσε, καβάλα στο άλογό της, από τα τείχη στη θάλασσα. Σύμφωνα με τον θρύλο ο ανατολικός προμαχώνας από όπου γκρεμίστηκε έμεινε στοιχειωμένος. Γι/ αυτό και κάθε χρόνο την ημέρα της Αναλήψεως, επέτειο του θανάτου της, λίγο πριν ξημερώσει, οι ψαράδες άκουγαν φωνές και ουρλιαχτό στη ρίζα του κάστρου, Οι περισσότερο αλαφροΐσκιωτοι, νόμιζαν πως έβλεπαν και μια αρμάδα να αργοπλέει κοντά στα τείχη με ένα ρηγόπουλο στην πλώρη, τον βενετσιάνο άρχοντα που επρόκειτο να την παντρευτεί αλλά καθυστέρησε να φθάσει. Κι άλλοι τέλος έβλεπαν να σχηματίζεται, ανάμεσα στις πρώτες αχτίνες του ήλιου, ένας φωτεινός κύκλος κι από μέσα να προβάλλει μια "πεντάμορφη νεράιδα" και να προχωράει προς τα πλοία. Η ηρωϊκή αντίσταση των κατοίκων εναντίον των Τούρκων το 1823 συνδέθηκε με την απελπισμένη προσπάθεια ενός πρωτοπαλλίκαρου της περιοχής που κατόρθωσε να σώσει τη φυλακισμένη μέσα στο κάστρο από τους Τούρκους αδελφή του.
Σήμερα μέσα στο κάστρο δεν κατοικούν παρά ένα δυο οικογένειες σε σπίτια που έχουν ξανακτισθεί ή συντηρηθεί. Στα φοβερά τείχη του φυτρώνουν αγριόχορτα και φραγκοσυκιές, Στα πόδια του απλώνεται η μικρή πολιτεία με τα μονώροφα και διώροφα σπίτια της, εξαίρετα δείγματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τα πορτοπαράθυρα και οι τοίχοι τους είναι βαμμένα με έντονα χρώματα που έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα του κάστρου, ιδιαίτερα τις ώρες του μεσημεριού που το φως του ήλιου γίνεται εκτυφλωτικό.
Ψηλά από το πλάτωμα του κάστρου μπορεί να χαρεί κανείς την ομορφιά του Μεσσηνιακού κόλπου με τις κορφές των βουνών του Ταϋγέτου να αχνοφαίνονται στο βάθος. Αντικρίζοντας το από τη θάλασσα, έχει κανείς την εντύπωση πως μοιάζει με παλιά φρεγάτα που αργοπλέει στα νερά.
Πηγή: Κάστρα της Πελοποννήσου.
 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΗΣ - ΚΑΣΤΡΟ ΚΟΡΩΝΗΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012

ΚΑΣΤΡΟ ΚΟΡΩΝΗΣ ( ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ )





 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΗΣ - ΚΑΣΤΡΟ ΚΟΡΩΝΗΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012

ΝΙΟΚΑΣΤΡΟ ΠΥΛΟΥ

Το φρούριο της Πύλου (Νιόκαστρο) άρχισε να κτίζεται από τους Οθωμανούς το 1573, λίγο μετά την ήττα τους στη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571). Σκοπός της κατασκευής του ήταν ο έλεγχος της νότιας εισόδου στον όρμο του Ναυαρίνου, αφού πλέον η βόρεια πρόσβαση (Στενό Συκιάς ή Φάλτσα Μπούκα) και το εκεί λιμάνι, στη λιμνοθάλασσα της περιοχής Διβάρι ή Ριβάρι, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν λόγω προσχώσεων. Ονομάστηκε "Νιόκαστρο" σε αντιδιαστολή με το προγενέστερο φρούριο του Κυρυφασίου (Παλιόκαστρο ή Παλιό Ναβαρίνο), που ήλεγχε τη βόρεια είσοδο και το παλιό λιμάνι.
'Εκτοτε το Νιόκαστρο ακολούθησε την κοινή μοίρα των υπολοίπων φρουρίων της περιοχής εμπλεκόμενο στα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τον τόπο. Έμεινε στην κατοχή των Τούρκων μέχρι το 1686, οπότε και παραδόθηκε στους Ενετούς. Το 1715 οι Τούρκοι ανακατέλαβαν το Νιόκαστρο μαζί με την Κορώνη και το Παλιοναβαρίνο. Το 1816 ο Ιμπραήμ Πασάς έγινε κύριος του κάστρου μέχρι το 1828 οπότε και ελευθερώθηκε από το Γάλλο στρατηγό Μαιζόν. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας (κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) το φρούριο χρησιμοποιήθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα ως φυλακή πριν αποδοθεί τελικά στη Αρχαιολογική Υπηρεσία. Έτσι, παρατηρούνται στο μνημείο αρκετές φθορές, επισκευές, μετασκευές και προσθήκες.
Στη σημερινή του μορφή αποτελείται από την εξαγωνική ακρόπολη και το προτείχισμά της, δύο τετράπλευρους, περίκλειστους, προμαχώνες (τον δυτικό, καλούμενο "Έβδομο", που ελέγχει την είσοδο του όρμου, και τον βόρειο, του "Τζαφέρ Πασά" ή της "Σάντα Μάουρα" που δεσπόζει στο λιμάνι, τον οχυρωματικό περίβολο που ενώνει αυτά τα έργα, καθώς και τους τέσσερεις κυλινδρικούς πύργους που τον ενισχύουν. Από τον "εντός τειχών" οικισμό ελάχιστα κτήρια διασώθηκαν. Η πληροφορία πάντως του Evliya Celebi, ότι κτίστηκε σε θέση όπου προηγουμένως δεν υπήρχε τίποτε, ελέγχεται ήδη ως προς την ακρίβειά της από τις αντίθετες ενδείξεις που προέκυψαν κατά την εκτέλεση των απαιτουμένων εργασιών για τη διαμόρφωσή του σε "Κέντρο Υποβρύχιων Αρχαιολογικών Ερευνών".
Η ιδέα για την ίδρυση του "Κέντρου" οφείλεται στον τότε Έφορο Εναλίων Αρχαιοτήτων Γεώργιο Παπαθανασόπουλο. Χάρη στις σύντονες προσπάθειές του, την άνοιξη του 1982 έγινε η έναρξη των έργων με κονδύλια που διέθετε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας μέσω της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Από το 1991 οι δαπάνες καλύπτονται από κονδύλια που διαχειρίζεται ειδικός φορέας του Υπουργείου Πολιτισμού.
Το κύριο βάρος των εργασιών αποκατάστασης και νέας χρήσης των χώρων επικεντρώνεται στην ακρόπολη όπου τα πρώην κελλιά της φυλακής διαμορφώθηκαν σε γραφεία, αποθήκες, χώρους εργασίας και ένα τμήμα τους, υπό μορφή ανοικτών θόλων, καλύπτει ημιυπαίθριες εκθεσιακές ανάγκες. Επίσης, η κεντρική πυριτιδαποθήκη έγινε αίθουσα συνεδρίων ή εκθέσεων. Ήδη το 1984 στο Νιόκαστρο πραγματοποιήθηκε το 3ο Διεθνές Συνέδριο Υποβρύχιας Αρχαιολογίας και έκτοτε έχει καλύψει ανάγκες αρκετών πνευματικών εκδηλώσεων της περιοχής.
Κατά το πρόσφατο παρελθόν σχεδόν ολοκληρώθηκαν και οι εργασίες αποκατάστασης του ανατολικού κυλινδρικού προμαχώνα, που φέρει κατά τη λαϊκή παράδοση το όνομα του στρατηγού Μακρυγιάννη, με σκοπό την διαμόρφωσή του σε στεγασμένο μόνιμο εκθεσιακό χώρο.
Στο πλαίσιο του κτηριολογικού προγράμματος του "Κέντρου" αναστηλώθηκε, από την ημιερειπωμένη κατάσταση που είχε περιπέσει, και το κτήριο των στρατώνων του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος της περιόδου 1827-1830. Προσδιορίζεται ως "Στρατώνες Μαιζώνος", από το όνομα του επικεφαλής Γάλλου στρατηγού. Ο όροφος των "Στρατώνων" διαμορφώθηκε σε βιβλιοθήκη για τις ανάγκες του "Κέντρου" η οποία φιλοξενεί επίσης και την δωρεά της "Μεσσηνιακής" βιβλιοθήκης του εκδότη Νότη Καραβία. Περιλαμβάνει επί πλέον χώρους ενδιαίτησης - βραχείας παραμονής ερευνητών και επιστημονικού ή άλλου προσωπικού.
Το ισόγειο προορίστηκε για την έκθεση της συλλογής του Γάλλου φιλέλληνα Rene Ρuaux, η οποία σύμφωνα με την επιθυμία του, έπρεπε να στεγάζεται στην Πύλο. Το μεγαλύτερο τμήμα της φιλοξενήθηκε μεταξύ των ετών 1961-1984 στο "Αντωνοπούλειο" Αρχαιολογικό Μουσείο και στη συνέχεια παρελήφθη για συντήρηση και έκθεση. Το υπόλοιπο τμήμα, που φυλάσσονταν από το 1936 στο ελληνικό περίπτερο της πανεπιστημιούπολης των Παρισίων, μεταφέρθηκε το 1986 στην Εθνική Πινακοθήκη με φροντίδα του κου. Γ. Παπαθανασόπουλου και παρεδόθη το 1992 στην Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων ώστε να οδηγηθεί στον τελικό προορισμό του.
To 1998 το Νιόκαστρο παραχωρήθηκε στην Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, αλλά οι αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιούνται από την 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΗΣ - ΝΙΟΚΑΣΤΡΟ ΠΥΛΟΥ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012

ΝΙΟΚΑΣΤΡΟ ΠΥΛΟΥ ( ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ )












ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΗΣ - ΝΙΟΚΑΣΤΡΟ ΠΥΛΟΥ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012

ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ Ι

Ο επιβλητικός όγκος του βράχου αναπτύσσεται κάθετα στην απέναντι λακωνική γη. Μια στενή λωρίδα γης και γέφυρα μήκους 130 μ. την ενώνει με την στεριά. Από το γεγονός της μόνης αυτής δυνατότητας σύνδεσής της με την ξηρά, πήρε και το όνομα της Μονεμβασιά (μόνη έμβαση). Ο βράχος έχει μήκος 1500 μ. περίπου και μέγιστο πλάτος 600 μ., ενώ το ύψος του αγγίζει τα 200 μ.. Η κορυφή του βράχου είναι επίπεδη, σαν μικρό οροπέδιο, ενώ οι πλάγιές του γύρω γύρω σχηματίζουν κατακόρυφους γκρεμούς. Περιλαμβάνει τα δυο οχυρωμένα, αθέατα από την ξηρά, οικιστικά σύνολα, της Κάτω Πόλης (έκτασης 7.500 τ.μ.) και της Άνω Πόλης, (έκτασης 120.000 τ.μ.), η οποία βρίσκεται στο κεκλιμένο πλάτωμα της κορυφής.

Το έδαφος είναι κατά βάση πετρώδες, άνυνδρο και με αραιή βλάστηση. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η Αθηνά Ταρσούλη: «Το πετροβουνό είναι χέρσο από παντού γιατί μέσα από το κορμί του καμιά νεροφλέβα δεν περνάει». Οι εδαφολογικές αυτές συνθήκες επηρέασαν καθοριστικά τόσο την αρχιτεκτονική τυπολογία των κτισμάτων που αναπτύχθηκαν στον οικισμό όσο και τα υλικά δόμησης αυτών. Ο βράχος προσέφερε απλόχερα την πέτρα του ως πρώτη ύλη για την οικοδόμηση σπιτιών που απαραίτητα διέθεταν τουλάχιστον μια στέρνα το καθένα αφού μοναδική πηγή ύδρευσης της πόλης ήταν το βρόχινο νερό.

Η Μονεμβασιά πρωτοκατοικήθηκε πριν από 8.000 χρόνια και πρόκειται για τον μοναδικό πρωτοελλαδικό οικισμό στις ανατολικές ακτές της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς. Η Μονεμβασιά, τότε Άκρα Μινώα, αποτέλεσε τον ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα στις χερσαίες περιοχές της Ελλάδας και στο ήδη ακμάζον δίπτυχο Κυκλάδων - Κρήτης. Κατά τη διάρκεια της μυκηναϊκής ή υστεροελλαδικής εποχής, η Μονεμβασιά συνεχίζει να αποτελεί νευραλγικό σημείο και εξελίσσεται σε πελαγίσιο μονοπάτι μεταξύ του μυκηναϊκού και μινωικού πολιτισμού.

Το 375 μ.Χ. σημειώνεται ισχυρός σεισμός που αλλάζει ριζικά τον εδαφολογικό χάρτη της περιοχής. Με την αποκοπή μέρους της στεριάς η Άκρα Μινώα, μετατρέπεται σε νησί, την Μονεμβασιά. Η σεισμική δόνηση προκάλεσε μεγάλες αλλαγές στη γεωλογική διαμόρφωση του τοπίου. Τα παράλια της λακωνικής χερσονήσου και ιδιαίτερα της περιοχής Επιδαύρου Λιμηράς, υπέστησαν καθίζηση. Μεγάλης ιστορικής σημασίας πόλεις, όπως η Πλύτρα, ο Ασωπός, οι Βοίες και η Επίδαυρος Λιμηρά βυθίστηκαν μερικώς ή ολικώς. Στη Μονεμβασιά η καθίζηση έλαβε χώρα στα κράσπεδα του βράχου και μόνο προς τη δυτική πλευρά του, οπότε και τα νερά της θάλασσας τον κάλυψαν. Έτσι ο βράχος της Μονεμβασιάς από το «πέρας στενής και μακράς χερσονήσου» κατά τον Παυσανία αποκόπτεται από τη λακωνική ακτή και παίρνει την μορφή νησίδας.

Οι Λάκωνες που την κατοίκησαν αρχικά, το 582/583 μ.Χ., κατέφυγαν εκεί προκειμένου να αποφύγουν τις επιδρομές των Αβάρων και των Βησιγότθων. Το μέρος ενδείκνυτο καθώς ήταν παραθαλάσσιο, δυσπρόσιτο και προσφερόταν για οχύρωση. Η περιοχή που κατοικήθηκε εκείνη την περίοδο, ήταν ο Γουλάς ή Πάνω Πόλη του βράχου. Τότε κατασκευάστηκε και η πρώτη γέφυρα που συνέδεε το νησί με την απέναντι στεριά.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, με την τελειοποίηση της άμυνας της και την φυσική της στρατηγική θέση, η πόλη διαθέτει κάθε λόγο να αποτελέσει κέντρο επιχειρήσεων και στρατιωτική βάση. Το Βυζαντινό κράτος από την αρχή απέδωσε στη Μονεμβασιά την προσήκουσα σημασία, καθιστώντας την διοικητική έδρα των αυτοκρατορικών κτήσεων στην Πελοπόννησο. Από νωρίς μετέχει και στα εκκλησιαστικά πράγματα, ενώ λειτουργεί και ως ορμητήριο του βυζαντινού στόλου εναντίον των Αβάρων. Παρατηρείται δυναμική ανάπτυξη με έντονες ναυτικές και εμπορικές δραστηριότητες των κατοίκων. Δημιουργείται έτσι η Κάτω Πόλη, στη νοτιοανατολική ακροθαλασσιά του νησιού, λίγο μετά το 900 μ.Χ.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, η Μονεμβασιά, αποτέλεσε το αντικείμενο του πόθου επίδοξων κατακτητών, οι οποίοι, συνειδητοποιώντας την γεωπολιτική της σημασία, διαρκώς προχωρούσαν σε απόπειρες να τη θέσουν υπό την κυριαρχία τους. Η μοίρα της Μονεμβασιάς ήταν παράλληλη με τη σφαίρα επιρροής των εκάστοτε Μεγάλων Δυνάμεων. Συναντάμε έτσι την Μονεμβασιά κατά περιόδους υπό τους Φράγκους, τους Βυζαντινούς, τους Ενετούς, τον Πάπα, τους Τούρκους. Οι κάτοικοί της, στο πλαίσιο όλων αυτών των εξελίξεων, προσπάθησαν και διατήρησαν την ταυτότητά τους. Υποστήριζαν τις θέσεις τους και καθώς αντιστέκονταν δυναμικά, επιτύγχαναν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους για σχετική αυτονομία και διατήρηση των προνομίων τους.

Όταν το 1204 μ.Χ. οι Φράγκοι κατέλυσαν το βυζαντινό κράτος, η Πελοπόννησος αντιστάθηκε σθεναρά και ακόμα περισσότερο η Μονεμβασιά, η οποία παρέμεινε απόρθητη για περισσότερο από 40 χρόνια. Η κατάληψη του Κάστρου είχε γίνει πλέον θέμα τιμής για τους Φράγκους ιππότες. Το εγχείρημα ήταν δύσκολο, η θέληση των κατοίκων ωστόσο να παραμείνουν ελεύθεροι, ήταν ακατάβλητη. Αφού αποδείχτηκε ότι η κατάληψη του κάστρου «δια των όπλων» ήταν αδύνατη, επιλέχτηκε η «δια της πείνας» οδός. Το αποκορύφωμα ήρθε κατά την διάρκεια του τρίχρονου πλήρους αποκλεισμού της πόλης από στεριά και θάλασσα. Παρόλο που οι αμυνόμενοι είχαν φτάσει στα όριά τους, η δεινή τους θέση δεν τους έκαμψε και αντέταξαν τους όρους τους απέναντι στους επίσης κουρασμένους και αποθαρρυμένους Φράγκους. Οι όροι συμπεριλάμβαναν τη διατήρηση της ελευθερίας τους, την απαλλαγή από την φορολογία και από την υποχρέωση να υπηρετούν στο στράτευμα του κατακτητή.

Γρήγορα όμως η Βυζαντινή αυτοκρατορία επανακάμπτει και η Μονεμβασιά ελευθερώνεται. Παραχωρούνται διοικητικά, εκκλησιαστικά και οικονομικά προνόμια στη Μονεμβασιά, με ειδικά αυτοκρατορικά διατάγματα. Σε αυτά εξασφαλιζόταν τελωνιακή ατέλεια στα μονεμβασίτικα εμπορεύματα, φορολογικές απαλλαγές και ελεύθερη κίνηση των πλοίων της πόλης χωρίς καμιά οικονομική υποχρέωση σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας. Η περιοχή ακμάζει εξαιρετικά και το χρονικό διάστημα μεταξύ 13ου και 14ου αιώνα αποκαλείται ο χρυσός αιώνας της πόλης. Κατά την περίοδο αυτή στην περιορισμένη έκταση του βράχου, υπήρχαν 8.000 κατοικίες και 40 εκκλησίες, οπότε και υιοθετήθηκαν οι θολωτές καμάρες και οι δρομικές, έτσι ώστε ακόμα και οι δρόμοι να αξιοποιηθούν οικοδομικά. Στην πόλη διαμένουν κατά καιρούς οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και ο γιος του διοικητή της Μονεμβασιάς, Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός, στέφεται αυτοκράτορας του Βυζαντίου το 1341 μ.Χ.

Η κινητικότητα του εμποροναυτικού στόλου που διαθέτει, συντείνει και στις εξαγωγές του περίφημου κρασιού μαλβάζια (vinummalvasium) που ήταν προϊόν τοπικής προέλευσης, αποτελούσε αγαθό πολυτελείας και χρησιμοποιούνταν στα τραπέζια ηγεμόνων και βασιλέων. Το κρασί αυτό προερχόταν από την ποικιλία θράψα, ήταν χρώματος ασπροκόκκινου και γλυκό στην γεύση. Παρασκευαζόταν από οινοποιούς της περιοχής και αποκαλούνταν «ο ανθοσμίας των αρχαίων». Στο συγκεκριμένο κρασί μάλιστα γίνεται αναφορά και στον Ριχάρδο Γ’ του Σαίξπηρ. Ο ακριβής τρόπος παρασκευής του κρασιού παραμένει άγνωστος, καθώς οι Τούρκοι απαγόρευσαν την παραγωγή του το 1545.

Στις 23 Ιουλίου 1821 η Μονεμβασιά ήταν το πρώτο κάστρο της Πελοποννήσου που απελευθερώθηκε από τις ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις. Η απελευθέρωση της πόλης είχε καθοριστική σημασία για τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, διότι γέμισε αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση τους Έλληνες αγωνιστές. Παράλληλα, τα πολεμοφόδια του κάστρου χρησίμευσαν στην κρητική επανάσταση, καθώς επίσης στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η Μονεμβασιά πέρασε στην κυριαρχία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων μετά από 358 χρόνια ξένης κατοχής, καθώς γνώρισε την μακρόχρονη εναλλαγή Βενετών (1463-1540 και 1690-1715) και Τούρκων (1540-1690 και 1715-1821). Το 1463 ήταν το τελευταίο βυζαντινό έρεισμα της Πελοποννήσου που πέρασε σε ξένη κυριαρχία, ενώ το 1821 ήταν το πρώτο κάστρο που περιήλθε στην ελληνική κυριαρχία.

Στους μετεπαναστατικούς χρόνους ο εμφύλιος σπαραγμός ανάμεσα σε αντιμαχόμενες παρατάξεις για τον έλεγχο του κάστρου οδήγησε στην ερήμωση και την παρακμή της πόλης. Από το 1828 η Μονεμβασιά ακολούθησε ως τοπικό, επαρχιακό κέντρο την πορεία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Στις αρχές του 20ου αιώνα πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν την Κάτω Πόλη για να εγκατασταθούν στο νέο οικισμό της Γέφυρας.
 
Χρονολογικός πίνακας

200 μ.χ. Ο Παυσανίας αναφέρεται στο ακρωτήριο «Άκρα Μινώα».

375 μ.χ. Ασυνήθιστα γεωλογικά φαινόμενα μετατρέπουν τη μισή χερσόνησο σε νησί.

588 μ.χ. Ίδρυση της Πάνω Πόλης και πρώτη οχύρωση του Κάστρου.

1000 μ.χ. (περίπου) Κτίζεται η Κάτω Πόλη.

1193 μ.χ. Η Μονεμβασιά έχει γίνει μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του Μωριά.

1248 μ.χ. Πολιορκία από τους Φράγκους του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου.

1147 μ.χ. Αποτυχημένη επιδρομή των Νορμανδών της Σικελίας.

1251 μ.χ. Οι πολιορκημένοι παραδίδονται με όρους. Φραγκοκρατία.

1261 μ.χ. Και πάλι στους Βυζαντινούς. Ακολουθούν 133 χρόνια προνομίων και μεγάλης ακμής.

1292 μ.χ. Πειρατική επιδρομή Καταλανών με τον Ρογήρο ντε Λαούρια. Λεηλασία.

1394 μ.χ. Στους Παλαιολόγους του Μυστρά (για 25 χρόνια).

1395 μ.χ. Προσωρινή (τρίμηνη) τουρκική κατοχή.

1419 μ.χ. Προσωρινή ενετική κατοχή (προστασία) για 12 χρόνια.

1431 μ.χ. Και πάλι στους Παλαιολόγους του Μυστρά (29 χρόνια).

1460 μ.χ. Στην εξουσία του Πάπα (4 χρόνια).

1464 μ.χ. Πρώτη Ενετοκρατία (76 χρόνια). Η Μονεμβασιά γίνεται πολυάνθρωπο αστικό κέντρο.

1540 μ.χ. Πρώτη Τουρκοκρατία. Βίαιος εκπατρισμός (150 χρόνια).

1690 μ.χ. Δεύτερη Ενετοκρατία (25 χρόνια).

1715 μ.χ. Δεύτερη Τουρκοκρατία (106 χρόνια).

1821 μ.χ. Απελευθέρωση ύστερα από τετράμηνη πολιορκία από τους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης.


ΠΗΓΗ:monemvasia.gr

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΗΣ - ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ - ΚΑΤΩ ΠΟΛΗΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 2012

ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ

Η Μονεμβασιά αποτέλεσε σημαντικό κάστρο το οποίο προφύλαξε τη ρότα των πλοίων του εμπορίου μεταξύ ορμητηρίων ντόπιων και ξένων πειρατών αλλά και κουρσάρων στο πέρασμα των αιώνων. Λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφικής της θέσης στους θαλάσσιους δρόμους της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας βρέθηκε περιτριγυρισμένη ανατολικά από τους πειρατές από το Σαρακήνικο της Μήλου, νότια της από αυτούς στο Κάβο Μαλέα, στο Σαρακίνικο της Ελαφονήσου και στο Μαραθιά και στα βόρεια από πειρατές και κουρσάρους από τον Γέρακα (Πόρτο Καδένα) και από άλλα πολλά μικρότερα ορμητήρια.
Τον 16ο και ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα, η πειρατεία αποτελεί κανόνα της καθημερινής ζωής. Από το Βόρειο Αιγαίο ως το Μυρτώο και το Λιβυκό πέλαγος τα πειρατικά και κουρσάρικα καράβια παραμονεύουν. Οι απέραντες ελληνικές ακτές με την ιδιαίτερη ακτογραμμή, τους βράχους, τις σπηλιές και τους πάμπολλους αθέατους όρμους είναι ιδανικά κρησφύγετα. Ο περιηγητής Deshayes συμβουλεύει τους ταξιδιώτες για Κωνσταντινούπολη να αποφεύγουν το ταξίδι με πλοίο, διότι οι πειρατές καραδοκούν ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο (Κάβο Μαλέα).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά την περίοδο της πειρατείας παρουσιάζει η νήσος Κίμωλος, η οποία έχει κάτι σαν ασυλία από πειρατές και κουρσάρους καθώς φιλοξενεί μόνο περί τις πεντακόσιες γυναίκες και έξι με οκτώ καθολικούς παπάδες για τις ανάγκες των πειρατών του Αιγαίου. Τα ελληνικά κουρσάρικα και πειρατικά είχαν συνήθως στα πληρώματα τους ορθόδοξους παπάδες όπου για τα πειρατικά της Μάνης ήταν απαράβατος κανόνας.
Ο Ιούλιος Βερν το 1883 έως 1888 ακολουθεί θαλάσσιες ρότες με μηχανοκίνητο ιστιοφόρο. Το 1884 γράφει το βιβλίο "Το Αρχιπέλαγος στις φλόγες" (ή "Οι Πειρατές του Αιγαίου") όπου και μας περιγράφει πως στην Μάνη οι μοναχοί ήταν ουσιαστικά βιγλάτορες που καραδοκούσαν να φανεί κάποιο πλοίο και με τεχνάσματα μετά να το οδηγήσουν στα βράχια ή σε κάποιο ύφαλο. Έτσι λοιπόν μπορούσαν οι ντόπιοι να πλιατσικολογήσουν χωρίς κινδύνους. Τέλος αναφέρεται διεξοδικά στην περιοχή της Μάνης του Μαραθιά, Κυθήρων και Αντικυθήρων.
Σ' όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους και στις παράκτιες περιοχές υπήρχαν παρατηρητήρια, βίγλες, απ' όπου οι βιγλάτορες παρακολουθούσαν μέρα και νύχτα τα καράβια που πλησίαζαν στη στεριά και ειδοποιούσαν τον πληθυσμό μόλις διέκριναν κάποιο πλοίο.
Διαβόητος έμεινε σε όλη την Μεσόγειο ο Έλληνας εξωμότης πειρατής και κουρσάρος Μπαρμπαρόσα (Κοκκινογένης). Στην ουσία όμως δεν επρόκειτο για έναν αλλά για δύο αδέρφια, οι οποίοι κατάγονταν από τη Λέσβο και ήταν εγγόνια παπά. Το 16ο αιώνα είχαν καταληστέψει με τα πλοία τους όλα τα παράλια της ανατολικής Μεσογείου και τις Ενετοκρατούμενες Κυκλάδες, σπέρνοντας τον τρόμο σε όλο το Αιγαίο με απίστευτη αγριότητα, δημιουργώντας μέχρι και δικό τους κράτος (Μπαρμπαριά) και κόβοντας δικό τους νόμισμα.
Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου επιδίδονται στην πειρατεία άνθρωποι κάθε εθνικότητας και θρησκεύματος από νησιώτες μέχρι Τυνήσιους, Βενετούς, Σικελούς και Τούρκους. Πειρατές ήταν και οι Μανιάτες. Τη Μάνη την ονόμαζαν Μεγάλο Αλγέρι. Τον 18 αιώνα, η Μάνη ζει από πειρατικές επιδρομές αποκλειστικά. Όταν δεν ταξιδεύουν με τα καράβια τους, ενεδρεύουν περιμένοντας να παρασυρθεί κάποιο καράβι στην ακτή από την κακοκαιρία ή από τα δόλια τεχνάσματα τους.
Αρχές 19ου αιώνα ο αριθμός των ελληνικών πλοίων που επιδίδονται σε πειρατικές επιδρομές αυξάνεται σταθερά εξαιτίας της δυσμενούς τροπής που παίρνει ο Αγώνας. Στις αρχές του 1828 ήταν περί τα 1.500 πλοία και 50.000 ναύτες που ασχολούνται συστηματικά με την πειρατεία και λυμαίνονται το Αιγαίο. Από τον Ελλήσποντο ως τη Ρόδο και τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου οι πειρατές προκαλούν με τη δράση τους πάμπολλα προβλήματα. Αυτός που τελικά κατόρθωσε να ελέγξει την κατάσταση, ήταν ο Καποδίστριας όταν ήρθε τον Ιανουάριο του 1828 στην Ελλάδα, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Η καταστολή της πειρατείας υπήρξε άμεση και εντυπωσιακή. Η πειρατεία εκριζώθηκε με τη σύσταση δύο ελληνικών μοιρών υπό τον Ανδρέα Μιαούλη και τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Ωστόσο η δολοφονία του Καποδίστρια (1831) και η αναρχία που ακολούθησε, αναζωπύρωσε τη δραστηριότητα των πειρατών, μολονότι η Ελλάδα από το 1830 ήδη άρχισε τον ελεύθερο πολιτικό της βίο, που δεν της εξασφαλίζει όμως και την ανάλογη ευνομία.
Η εμφάνιση πειρατικών πλοίων στην ελληνική θάλασσα διακόπηκε οριστικά το 1850, όταν το Πολεμικό Ναυτικό ανέλαβε την καταδίωξή τους με την παράλληλη δράση και ξένων στόλων καταστρέφοντας οριστικά τα πειρατικά ορμητήρια του Αιγαίου. Από τη χρονιά αυτή ξεκινάει ως ένδειξη ελευθερίας και το άσπρισμα των σπιτιών στα νησιά του Αιγαίου από τους ντόπιους, καθώς δεν υπάρχει πια ο κίνδυνος θέασης των χωριών από τους πειρατές.
Το άσπρισμα έγινε και σε πολλά σπίτια στο κάστρο της Μονεμβασιάς αλλά ευτυχώς από το 1950 και μετά σταδιακά αποκαταστάθηκαν τα ασβεστωμένα σπίτια στην αρχική τους μορφή κι έτσι από το 1970 περίπου και μετά το κάστρο έχει την μορφή που βλέπουμε και σήμερα.
Εν κατακλείδι τον 19ο αιώνα, τα κρούσματα και οι πειρατικές επιδρομές γίνονται σπανιότερα και είναι βέβαια ηπιότερης μορφής απ' ότι σε προγενέστερες εποχές, γεγονός που σχετίζεται με την αρτιότερη κρατική οργάνωση αλλά και με τον εκσυγχρονισμό της ναυτιλίας.
Οι δε οικισμοί στα παραθαλάσσια μέρη και στα νησιά μέχρι τότε βρίσκονταν μακριά από την θάλασσα σε αθέατα σημεία και σε πάμπολλες περιπτώσεις τα σπίτια χτίζονταν το ένα δίπλα στο άλλο σε μορφή κάστρου (συναντάτε σε όλο το Αιγαίο). Η Μονεμβασιά μαζί με ελάχιστα άλλα μέρη στα νερά του Αιγαίου αποτελεί εξαίρεση χάρις στην οχύρωση της παρότι ήταν περιτριγυρισμένη από ορμητήρια πειρατών καθώς η θέση της βρίσκεται στο πέρασμα των πλοίων από την Ιταλία και Δυτ. Μεσόγειο προς το Αιγαίο και τον Εύξεινο πόντο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο Μονεμβασσιώτης ποιητής Γιάννης Ρίτσος την παρομοιάζει με καράβι.
 
ΠΗΓΗ:Monemvasia

ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ ΙΙ

 
ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ = Η ΜΟΝΗ ΕΜΒΑΣΙΣ
 

Στην Μονεμβασιά συνυπάρχουν: η μοναδική γεωμορφία του βράχου μαζί με τα ανθρώπινα τεχνικά οχυρωματικά έργα. Έτσι, σαν πλωτό φρούριο, βρέθηκε στην ρότα του θαλάσσιου εμπορίου μεταξύ ανατολής και δύσης.
Τα ονόματα της πολλά σαν τους αφέντες της, Μονεμβάσια, Μονεμβασία, Μαλβάζια, Μαλβαζούϊ, Μονεμβασσιά, Μονεμβάσσια, Μικρό Γιβραλτάρ αλλά και Βράχος). Στην αρχαιότητα ονομαζόταν “Άκρα Μίνωα” όπως περιγράφει στα Λακωνικά ο Παυσανίας και ήταν ενωμένη σε μεγάλο μήκος με την ξηρά. Βρίσκεται πολύ κοντά στην αρχαία Επίδαυρο Λιμηράς, χαλάσματα της οποίας σώζονται ως σήμερα.
Το 375μ.χ. αποκόπηκε από την Λακωνία, μετά από έναν τρομερό σεισμό, και πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα, όπως ακριβώς συνέβη και με την Ελαφόνησο νοτιότερα. Κατά τον μεσαίωνα κατοικήθηκε, οχυρώθηκε και γνώρισε μεγάλη ακμή.
Περιτριγυρισμένη από ορμητήρια πειρατών και κουρσάρων η Μονεμβασιά δεν θα επιβίωνε χωρίς τον βράχο.
 
Σήμερα στον βράχο συνυπάρχουν δύο κόσμοι:
Η, με ανθρώπων έργα, περιτοιχισμένη “κάτω πόλη”. Είναι κτισμένη δίπλα στην θάλασσα, στην νοτιοανατολική πλευρά του Βράχου, με άριστα συντηρημένα και αναπαλαιωμένα κτίσματα από μια μοναδική ελληνική αρχιτεκτονική με άρωμα Αιγαίου και πέτρας. Πλημμυρισμένη με τη βουή της θάλασσας και των πολλών ανθρώπων το αρμένισμα.
Η “Άνω Πόλη”. Είναι κτισμένη στην πάνω πλευρά του βράχου, με θέα, από ψηλά, το Μυρτώο πέλαγος. Αποτελεί απόρθητο φυσικό οχυρό, με αρκετά χαλάσματα αλλά και ελάχιστα κτίσματα να διασώζονται ως σήμερα. Το ανέβασμα γίνεται περπατώντας μέσα από την πολύβουη “κάτω πόλη”. Φτάνοντας πάνω ακούς τον δυνατό αέρα του Μυρτώου που σε αναγκάζει να κοιτάς προς το Νότο, προς τον κάβο Μαλιά και νιώθεις ότι τίθεσαι φρουρός του βράχου ατενίζοντας τον ορίζοντα, για Πειρατές, σίγουρα αξίζει τον κόπο.
 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΗΣ - ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ - ΙΟΥΝΙΟΣ 2012